HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← σταθμεύω — definition

Conjugation of σταθμεύω

Regular CEFR B2
staθˈme.vo

οδηγώ ένα όχημα σε συγκεκριμένη θέση που δεν εμποδίζει την κυκλοφορία και το σταματώ εκεί Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σταθμεύω
εσύ σταθμεύεις
αυτός / αυτή / αυτό σταθμεύει
εμείς σταθμεύουμε
εσείς σταθμεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά σταθμεύουν
Παρατατικός
εγώ στάθμευα
εσύ στάθμευες
αυτός / αυτή / αυτό στάθμευε
εμείς σταθμεύαμε
εσείς σταθμεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά στάθμευαν
Αόριστος
εγώ στάθμευσα
εσύ στάθμευσες
αυτός / αυτή / αυτό στάθμευσε
εμείς σταθμεύσαμε
εσείς σταθμεύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά στάθμευσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σταθμεύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σταθμεύσω
εσύ σταθμεύσεις
αυτός / αυτή / αυτό σταθμεύσει
εμείς σταθμεύσουμε
εσείς σταθμεύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά σταθμεύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ στάθμευε
εσείς σταθμεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ στάθμευσε
εσείς σταθμεύστε
Απαρέμφατο αορίστου
σταθμεύσει

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary