HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← στέφω — definition

Conjugation of στέφω

Regular CEFR B1
ˈste.fo

στεφανώνω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ στέφω
εσύ στέφεις
αυτός / αυτή / αυτό στέφει
εμείς στέφουμε
εσείς στέφετε
αυτοί / αυτές / αυτά στέφουν[ε]
Παρατατικός
εγώ έστεφα
εσύ έστεφες
αυτός / αυτή / αυτό έστεφε
εμείς στέφαμε
εσείς στέφατε
αυτοί / αυτές / αυτά έστεφαν
Αόριστος
εγώ έστεψα
εσύ έστεψες
αυτός / αυτή / αυτό έστεψε
εμείς στέψαμε
εσείς στέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά έστεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα στέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ στέψω
εσύ στέψεις
αυτός / αυτή / αυτό στέψει
εμείς στέψουμε
εσείς στέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά στέψουν[ε]
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ στέφε
εσείς στέφετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ στέψε
εσείς στέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
στέψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ στέφομαι
εσύ στέφεσαι
αυτός / αυτή / αυτό στέφεται
εμείς στεφόμαστε
εσείς στέφεστε
αυτοί / αυτές / αυτά στέφονται
Παρατατικός
εγώ στεφόμουν[α]
εσύ στεφόσουν[α]
αυτός / αυτή / αυτό στεφόταν[ε]
εμείς στεφόμασταν
εσείς στεφόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά στέφονταν
Αόριστος
εγώ στέφθηκα
εσύ στέφθηκες
αυτός / αυτή / αυτό στέφθηκε
εμείς στεφθήκαμε
εσείς στεφθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά στέφθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα στεφθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ στεφθώ
εσύ στεφθείς
αυτός / αυτή / αυτό στεφθεί
εμείς στεφθούμε
εσείς στεφθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά στεφθούν[ε]
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς στέφεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ στέψου
εσείς στεφθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
στεφθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary