HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← στέλνω — definition

Conjugation of στέλνω

Regular CEFR B2
ˈstel.no

ενεργώ ώστε να μεταφερθεί σε κάποιο πρόσωπο ή τόπο ένα πράγμα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ στέλνω
εσύ στέλνεις
αυτός / αυτή / αυτό στέλνει
εμείς στέλνουμε
εσείς στέλνετε
αυτοί / αυτές / αυτά στέλνουν
Παρατατικός
εγώ έστελνα
εσύ έστελνες
αυτός / αυτή / αυτό έστελνε
εμείς στέλναμε
εσείς στέλνατε
αυτοί / αυτές / αυτά έστελναν
Αόριστος
εγώ έστειλα
εσύ έστειλες
αυτός / αυτή / αυτό έστειλε
εμείς στείλαμε
εσείς στείλατε
αυτοί / αυτές / αυτά έστειλαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα στείλω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ στείλω
εσύ στείλεις
αυτός / αυτή / αυτό στείλει
εμείς στείλουμε
εσείς στείλετε
αυτοί / αυτές / αυτά στείλουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ στέλνε
εσείς στέλνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ στείλε
εσείς στείλτε
Απαρέμφατο αορίστου
στείλει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ στέλνομαι
εσύ στέλνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό στέλνεται
εμείς στελνόμαστε
εσείς στέλνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά στέλνονται
Παρατατικός
εγώ στελνόμουν
εσύ στελνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό στελνόταν
εμείς στελνόμασταν
εσείς στελνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά στέλνονταν
Αόριστος
εγώ στάλθηκα
εσύ στάλθηκες
αυτός / αυτή / αυτό στάλθηκε
εμείς σταλθήκαμε
εσείς σταλθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά στάλθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σταλθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σταλθώ
εσύ σταλθείς
αυτός / αυτή / αυτό σταλθεί
εμείς σταλθούμε
εσείς σταλθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά σταλθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς στέλνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς σταλθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
σταλθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary