HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← σπιλώνω — definition

Conjugation of σπιλώνω

Regular CEFR B1
spiˈlo.no

συκοφαντώ κάποιον και προσπαθώ να τον μειώσω ηθικά ή να τον εξοντώσω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σπιλώνω
εσύ σπιλώνεις
αυτός / αυτή / αυτό σπιλώνει
εμείς σπιλώνουμε
εσείς σπιλώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά σπιλώνουν
Παρατατικός
εγώ σπίλωνα
εσύ σπίλωνες
αυτός / αυτή / αυτό σπίλωνε
εμείς σπιλώναμε
εσείς σπιλώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά σπίλωναν
Αόριστος
εγώ σπίλωσα
εσύ σπίλωσες
αυτός / αυτή / αυτό σπίλωσε
εμείς σπιλώσαμε
εσείς σπιλώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά σπίλωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σπιλώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σπιλώσω
εσύ σπιλώσεις
αυτός / αυτή / αυτό σπιλώσει
εμείς σπιλώσουμε
εσείς σπιλώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά σπιλώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ σπίλωνε
εσείς σπιλώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σπίλωσε
εσείς σπιλώστε
Απαρέμφατο αορίστου
σπιλώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σπιλώνομαι
εσύ σπιλώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό σπιλώνεται
εμείς σπιλωνόμαστε
εσείς σπιλώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά σπιλώνονται
Παρατατικός
εγώ σπιλωνόμουν
εσύ σπιλωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό σπιλωνόταν
εμείς σπιλωνόμασταν
εσείς σπιλωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά σπιλώνονταν
Αόριστος
εγώ σπιλώθηκα
εσύ σπιλώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό σπιλώθηκε
εμείς σπιλωθήκαμε
εσείς σπιλωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά σπιλώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σπιλωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σπιλωθώ
εσύ σπιλωθείς
αυτός / αυτή / αυτό σπιλωθεί
εμείς σπιλωθούμε
εσείς σπιλωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά σπιλωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς σπιλώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σπιλώσου
εσείς σπιλωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
σπιλωθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary