HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← σπανίζω — definition

Conjugation of σπανίζω

Regular CEFR B1
spaˈni.zo

είμαι σπάνιος, βρίσκομαι ή αντιμετωπίζομαι σπάνια, όχι συχνά Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σπανίζω
εσύ σπανίζεις
αυτός / αυτή / αυτό σπανίζει
εμείς σπανίζουμε
εσείς σπανίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά σπανίζουν
Παρατατικός
εγώ σπάνιζα
εσύ σπάνιζες
αυτός / αυτή / αυτό σπάνιζε
εμείς σπανίζαμε
εσείς σπανίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά σπάνιζαν
Αόριστος
εγώ σπάνισα
εσύ σπάνισες
αυτός / αυτή / αυτό σπάνισε
εμείς σπανίσαμε
εσείς σπανίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά σπάνισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σπανίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σπανίσω
εσύ σπανίσεις
αυτός / αυτή / αυτό σπανίσει
εμείς σπανίσουμε
εσείς σπανίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά σπανίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ σπάνιζε
εσείς σπανίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σπάνισε
εσείς σπανίστε
Απαρέμφατο αορίστου
σπανίσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary