HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← σπέρνω — definition

Conjugation of σπέρνω

Regular CEFR B1
ˈspeɾ.no

σκορπίζω σπόρους πάνω ή μέσα στο έδαφος, προκειμένου να βλαστήσουν Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σπέρνω
εσύ σπέρνεις
αυτός / αυτή / αυτό σπέρνει
εμείς σπέρνουμε
εσείς σπέρνετε
αυτοί / αυτές / αυτά σπέρνουν
Παρατατικός
εγώ έσπερνα
εσύ έσπερνες
αυτός / αυτή / αυτό έσπερνε
εμείς σπέρναμε
εσείς σπέρνατε
αυτοί / αυτές / αυτά έσπερναν
Αόριστος
εγώ έσπειρα
εσύ έσπειρες
αυτός / αυτή / αυτό έσπειρε
εμείς σπείραμε
εσείς σπείρατε
αυτοί / αυτές / αυτά έσπειραν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σπείρω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σπείρω
εσύ σπείρεις
αυτός / αυτή / αυτό σπείρει
εμείς σπείρουμε
εσείς σπείρετε
αυτοί / αυτές / αυτά σπείρουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ σπέρνε
εσείς σπέρνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σπείρε
εσείς σπείρτε
Απαρέμφατο αορίστου
σπείρει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σπέρνομαι
εσύ σπέρνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό σπέρνεται
εμείς σπερνόμαστε
εσείς σπέρνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά σπέρνονται
Παρατατικός
εγώ σπερνόμουν
εσύ σπερνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό σπερνόταν
εμείς σπερνόμασταν
εσείς σπερνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά σπέρνονταν
Αόριστος
εγώ σπάρθηκα
εσύ σπάρθηκες
αυτός / αυτή / αυτό σπάρθηκε
εμείς σπαρθήκαμε
εσείς σπαρθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά σπάρθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σπαρθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σπαρθώ
εσύ σπαρθείς
αυτός / αυτή / αυτό σπαρθεί
εμείς σπαρθούμε
εσείς σπαρθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά σπαρθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς σπέρνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σπάρσου
εσείς σπαρθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
σπαρθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary