HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← σούρνω — definition

Conjugation of σούρνω

Regular CEFR B1
ˈsur.no

άλλη μορφή του σέρνω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σούρνω
εσύ σούρνεις
αυτός / αυτή / αυτό σούρνει
εμείς σούρνουμε
εσείς σούρνετε
αυτοί / αυτές / αυτά σούρνουν
Παρατατικός
εγώ έσουρνα
εσύ έσουρνες
αυτός / αυτή / αυτό έσουρνε
εμείς σούρναμε
εσείς σούρνατε
αυτοί / αυτές / αυτά έσουρναν
Αόριστος
εγώ έσουρα
εσύ έσουρες
αυτός / αυτή / αυτό έσουρε
εμείς σούραμε
εσείς σούρατε
αυτοί / αυτές / αυτά έσουραν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σούρω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σούρω
εσύ σούρεις
αυτός / αυτή / αυτό σούρει
εμείς σούρουμε
εσείς σούρετε
αυτοί / αυτές / αυτά σούρουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ σούρνε
εσείς σούρνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σούρε
εσείς σούρτε
Απαρέμφατο αορίστου
σούρει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σούρνομαι
εσύ σούρνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό σούρνεται
εμείς σουρνόμαστε
εσείς σούρνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά σούρνονται
Παρατατικός
εγώ σουρνόμουν
εσύ σουρνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό σουρνόταν
εμείς σουρνόμασταν
εσείς σουρνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά σούρνονταν
Αόριστος
εγώ σούρθηκα
εσύ σούρθηκες
αυτός / αυτή / αυτό σούρθηκε
εμείς σουρθήκαμε
εσείς σουρθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά σούρθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σουρθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σουρθώ
εσύ σουρθείς
αυτός / αυτή / αυτό σουρθεί
εμείς σουρθούμε
εσείς σουρθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά σουρθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς σούρνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς σουρθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
σουρθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary