HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← σουτάρω — definition

Conjugation of σουτάρω

Regular CEFR B1
suˈta.ɾo

απολύω ή διώχνω ολοκληρωτικά από μία ομάδα, ένωση κλπ. Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σουτάρω
εσύ σουτάρεις
αυτός / αυτή / αυτό σουτάρει
εμείς σουτάρουμε
εσείς σουτάρετε
αυτοί / αυτές / αυτά σουτάρουν
Παρατατικός
εγώ σούταρα
εσύ σούταρες
αυτός / αυτή / αυτό σούταρε
εμείς σουτάραμε
εσείς σουτάρατε
αυτοί / αυτές / αυτά σούταραν
Αόριστος
εγώ σούταρα
εσύ σούταρες
αυτός / αυτή / αυτό σούταρε
εμείς σουτάραμε
εσείς σουτάρατε
αυτοί / αυτές / αυτά σούταραν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σουτάρω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σουτάρω
εσύ σουτάρεις
αυτός / αυτή / αυτό σουτάρει
εμείς σουτάρουμε
εσείς σουτάρετε
αυτοί / αυτές / αυτά σουτάρουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ σούταρε
εσείς σουτάρετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σούταρε
εσείς σουτάρετε
Απαρέμφατο αορίστου
σουτάρει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σουτάρομαι
εσύ σουτάρεσαι
αυτός / αυτή / αυτό σουτάρεται
εμείς σουταριζόμαστε
εσείς σουτάρεστε
αυτοί / αυτές / αυτά σουτάρονται
Παρατατικός
εγώ σουταριζόμουν
εσύ σουταριζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό σουταριζόταν
εμείς σουταριζόμασταν
εσείς σουταριζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά σουτάρονταν
Αόριστος
εγώ σουταρίστηκα
εσύ σουταρίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό σουταρίστηκε
εμείς σουταριστήκαμε
εσείς σουταριστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά σουταρίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σουταριστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σουταριστώ
εσύ σουταριστείς
αυτός / αυτή / αυτό σουταριστεί
εμείς σουταριστούμε
εσείς σουταριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά σουταριστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς σουτάρεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς σουταριστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
σουταριστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary