HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← σουβλίζω — definition

Conjugation of σουβλίζω

Regular CEFR B2
suˈvli.zo

περνάω μία σούβλα κατά μήκος ενός σφάγιου για να το ψήσω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σουβλίζω
εσύ σουβλίζεις
αυτός / αυτή / αυτό σουβλίζει
εμείς σουβλίζουμε
εσείς σουβλίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά σουβλίζουν
Παρατατικός
εγώ σούβλιζα
εσύ σούβλιζες
αυτός / αυτή / αυτό σούβλιζε
εμείς σουβλίζαμε
εσείς σουβλίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά σούβλιζαν
Αόριστος
εγώ σούβλισα
εσύ σούβλισες
αυτός / αυτή / αυτό σούβλισε
εμείς σουβλίσαμε
εσείς σουβλίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά σούβλισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σουβλίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σουβλίσω
εσύ σουβλίσεις
αυτός / αυτή / αυτό σουβλίσει
εμείς σουβλίσουμε
εσείς σουβλίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά σουβλίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ σούβλιζε
εσείς σουβλίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σούβλισε
εσείς σουβλίστε
Απαρέμφατο αορίστου
σουβλίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σουβλίζομαι
εσύ σουβλίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό σουβλίζεται
εμείς σουβλιζόμαστε
εσείς σουβλίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά σουβλίζονται
Παρατατικός
εγώ σουβλιζόμουν
εσύ σουβλιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό σουβλιζόταν
εμείς σουβλιζόμασταν
εσείς σουβλιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά σουβλίζονταν
Αόριστος
εγώ σουβλίστηκα
εσύ σουβλίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό σουβλίστηκε
εμείς σουβλιστήκαμε
εσείς σουβλιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά σουβλίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σουβλιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σουβλιστώ
εσύ σουβλιστείς
αυτός / αυτή / αυτό σουβλιστεί
εμείς σουβλιστούμε
εσείς σουβλιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά σουβλιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς σουβλίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σουβλίσου
εσείς σουβλιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
σουβλιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary