HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← σκύβω — definition

Conjugation of σκύβω

Regular CEFR C2
ˈsci.vo

κλίνω το σώμα μου μπροστά, γέρνω προς τα κάτω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σκύβω
εσύ σκύβεις
αυτός / αυτή / αυτό σκύβει
εμείς σκύβουμε
εσείς σκύβετε
αυτοί / αυτές / αυτά σκύβουν
Παρατατικός
εγώ έσκυβα
εσύ έσκυβες
αυτός / αυτή / αυτό έσκυβε
εμείς σκύβαμε
εσείς σκύβατε
αυτοί / αυτές / αυτά έσκυβαν
Αόριστος
εγώ έσκυψα
εσύ έσκυψες
αυτός / αυτή / αυτό έσκυψε
εμείς σκύψαμε
εσείς σκύψατε
αυτοί / αυτές / αυτά έσκυψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σκύψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σκύψω
εσύ σκύψεις
αυτός / αυτή / αυτό σκύψει
εμείς σκύψουμε
εσείς σκύψετε
αυτοί / αυτές / αυτά σκύψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ σκύβε
εσείς σκύβετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σκύψε
εσείς σκύψτε
Απαρέμφατο αορίστου
σκύψει

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary