HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← σκουπίζω — definition

Conjugation of σκουπίζω

Regular CEFR C2
skuˈpi.zo

καθαρίζω μια επιφάνεια από υγρά ή στερεά ανεπιθύμητα αντικείμενα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σκουπίζω
εσύ σκουπίζεις
αυτός / αυτή / αυτό σκουπίζει
εμείς σκουπίζουμε
εσείς σκουπίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά σκουπίζουν
Παρατατικός
εγώ σκούπιζα
εσύ σκούπιζες
αυτός / αυτή / αυτό σκούπιζε
εμείς σκουπίζαμε
εσείς σκουπίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά σκούπιζαν
Αόριστος
εγώ σκούπισα
εσύ σκούπισες
αυτός / αυτή / αυτό σκούπισε
εμείς σκουπίσαμε
εσείς σκουπίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά σκούπισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σκουπίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σκουπίσω
εσύ σκουπίσεις
αυτός / αυτή / αυτό σκουπίσει
εμείς σκουπίσουμε
εσείς σκουπίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά σκουπίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ σκούπιζε
εσείς σκουπίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σκούπισε
εσείς σκουπίστε
Απαρέμφατο αορίστου
σκουπίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σκουπίζομαι
εσύ σκουπίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό σκουπίζεται
εμείς σκουπιζόμαστε
εσείς σκουπίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά σκουπίζονται
Παρατατικός
εγώ σκουπιζόμουν
εσύ σκουπιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό σκουπιζόταν
εμείς σκουπιζόμασταν
εσείς σκουπιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά σκουπίζονταν
Αόριστος
εγώ σκουπίστηκα
εσύ σκουπίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό σκουπίστηκε
εμείς σκουπιστήκαμε
εσείς σκουπιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά σκουπίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σκουπιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σκουπιστώ
εσύ σκουπιστείς
αυτός / αυτή / αυτό σκουπιστεί
εμείς σκουπιστούμε
εσείς σκουπιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά σκουπιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς σκουπίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σκουπίσου
εσείς σκουπιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
σκουπιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary