HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← σκοτώνω — definition

Conjugation of σκοτώνω

Regular CEFR B2
skoˈto.no

πουλάω κάτι σε τιμή χαμηλότερη της αξίας του Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σκοτώνω
εσύ σκοτώνεις
αυτός / αυτή / αυτό σκοτώνει
εμείς σκοτώνουμε
εσείς σκοτώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά σκοτώνουν
Παρατατικός
εγώ σκότωνα
εσύ σκότωνες
αυτός / αυτή / αυτό σκότωνε
εμείς σκοτώναμε
εσείς σκοτώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά σκότωναν
Αόριστος
εγώ σκότωσα
εσύ σκότωσες
αυτός / αυτή / αυτό σκότωσε
εμείς σκοτώσαμε
εσείς σκοτώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά σκότωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σκοτώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σκοτώσω
εσύ σκοτώσεις
αυτός / αυτή / αυτό σκοτώσει
εμείς σκοτώσουμε
εσείς σκοτώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά σκοτώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ σκότωνε
εσείς σκοτώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σκότωσε
εσείς σκοτώστε
Απαρέμφατο αορίστου
σκοτώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σκοτώνομαι
εσύ σκοτώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό σκοτώνεται
εμείς σκοτωνόμαστε
εσείς σκοτώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά σκοτώνονται
Παρατατικός
εγώ σκοτωνόμουν
εσύ σκοτωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό σκοτωνόταν
εμείς σκοτωνόμασταν
εσείς σκοτωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά σκοτώνονταν
Αόριστος
εγώ σκοτώθηκα
εσύ σκοτώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό σκοτώθηκε
εμείς σκοτωθήκαμε
εσείς σκοτωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά σκοτώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σκοτωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σκοτωθώ
εσύ σκοτωθείς
αυτός / αυτή / αυτό σκοτωθεί
εμείς σκοτωθούμε
εσείς σκοτωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά σκοτωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς σκοτώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σκοτώσου
εσείς σκοτωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
σκοτωθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary