HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← σκοντάφτω — definition

Conjugation of σκοντάφτω

Regular CEFR B2
skonˈda.fto

χτυπώ το πόδι μου πάνω σε ένα χαμηλό εμπόδιο, καθώς προχωρώ, και χάνω προς στιγμήν την ισορροπία μου ή πέφτω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σκοντάφτω (σκοντάβω →)
εσύ σκοντάφτεις
αυτός / αυτή / αυτό σκοντάφτει
εμείς σκοντάφτουμε
εσείς σκοντάφτετε
αυτοί / αυτές / αυτά σκοντάφτουν
Παρατατικός
εγώ σκόνταφτα
εσύ σκόνταφτες
αυτός / αυτή / αυτό σκόνταφτε
εμείς σκοντάφταμε
εσείς σκοντάφτατε
αυτοί / αυτές / αυτά σκόνταφταν
Αόριστος
εγώ σκόνταψα
εσύ σκόνταψες
αυτός / αυτή / αυτό σκόνταψε
εμείς σκοντάψαμε
εσείς σκοντάψατε
αυτοί / αυτές / αυτά σκόνταψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σκοντάψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σκοντάψω
εσύ σκοντάψεις
αυτός / αυτή / αυτό σκοντάψει
εμείς σκοντάψουμε
εσείς σκοντάψετε
αυτοί / αυτές / αυτά σκοντάψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ σκόνταφτε
εσείς σκοντάφτετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σκόνταψε
εσείς σκοντάψτε
Απαρέμφατο αορίστου
σκοντάψει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary