HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← σκεπάζω — definition

Conjugation of σκεπάζω

Regular CEFR B1
sceˈpa.zo

τοποθετώ ένα σκέπασμα ή κάλυμμα ή πώμα πάνω από κάτι/κάποιον Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σκεπάζω
εσύ σκεπάζεις
αυτός / αυτή / αυτό σκεπάζει
εμείς σκεπάζουμε
εσείς σκεπάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά σκεπάζουν
Παρατατικός
εγώ σκέπαζα
εσύ σκέπαζες
αυτός / αυτή / αυτό σκέπαζε
εμείς σκεπάζαμε
εσείς σκεπάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά σκέπαζαν
Αόριστος
εγώ σκέπασα
εσύ σκέπασες
αυτός / αυτή / αυτό σκέπασε
εμείς σκεπάσαμε
εσείς σκεπάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά σκέπασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σκεπάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σκεπάσω
εσύ σκεπάσεις
αυτός / αυτή / αυτό σκεπάσει
εμείς σκεπάσουμε
εσείς σκεπάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά σκεπάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ σκέπαζε
εσείς σκεπάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σκέπασε
εσείς σκεπάστε
Απαρέμφατο αορίστου
σκεπάσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σκεπάζομαι
εσύ σκεπάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό σκεπάζεται
εμείς σκεπαζόμαστε
εσείς σκεπάζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά σκεπάζονται
Παρατατικός
εγώ σκεπαζόμουν
εσύ σκεπαζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό σκεπαζόταν
εμείς σκεπαζόμασταν
εσείς σκεπαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά σκεπάζονταν
Αόριστος
εγώ σκεπάστηκα
εσύ σκεπάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό σκεπάστηκε
εμείς σκεπαστήκαμε
εσείς σκεπαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά σκεπάστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σκεπαστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σκεπαστώ
εσύ σκεπαστείς
αυτός / αυτή / αυτό σκεπαστεί
εμείς σκεπαστούμε
εσείς σκεπαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά σκεπαστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς σκεπάζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σκεπάσου
εσείς σκεπαστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
σκεπαστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary