HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← σκίζω — definition

Conjugation of σκίζω

Regular CEFR C2
ˈsci.zo

διακρίνομαι σε έναν αθλητικό αγώνα ή σχολική εξέταση Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σκίζω
εσύ σκίζεις
αυτός / αυτή / αυτό σκίζει
εμείς σκίζουμε
εσείς σκίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά σκίζουν
Παρατατικός
εγώ έσκιζα
εσύ έσκιζες
αυτός / αυτή / αυτό έσκιζε
εμείς σκίζαμε
εσείς σκίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά έσκιζαν
Αόριστος
εγώ έσκισα
εσύ έσκισες
αυτός / αυτή / αυτό έσκισε
εμείς σκίσαμε
εσείς σκίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά έσκισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σκίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σκίσω
εσύ σκίσεις
αυτός / αυτή / αυτό σκίσει
εμείς σκίσουμε
εσείς σκίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά σκίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ σκίζε
εσείς σκίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σκίσε
εσείς σκίστε
Απαρέμφατο αορίστου
σκίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σκίζομαι
εσύ σκίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό σκίζεται
εμείς σκιζόμαστε
εσείς σκίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά σκίζονται
Παρατατικός
εγώ σκιζόμουν
εσύ σκιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό σκιζόταν
εμείς σκιζόμασταν
εσείς σκιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά σκίζονταν
Αόριστος
εγώ σκίστηκα
εσύ σκίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό σκίστηκε
εμείς σκιστήκαμε
εσείς σκιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά σκίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σκιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σκιστώ
εσύ σκιστείς
αυτός / αυτή / αυτό σκιστεί
εμείς σκιστούμε
εσείς σκιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά σκιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς σκίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σκίσου
εσείς σκιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
σκιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary