HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← σκέφτομαι — definition

Conjugation of σκέφτομαι

Regular CEFR A2
ˈsceftome

εκτελώ εντολή, που δίδεται από έναν χρήστη στο σύστημα της τεχνητής νοημοσύνης, στο οποίο υποβλήθηκε η εντολή για εργασία και μέσω διεργασίας, οπού προσομοιάζει την ανθρώπινη σκέψη Ver definición completa →

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σκέφτομαι (σκέπτομαι →)
εσύ σκέφτεσαι
αυτός / αυτή / αυτό σκέφτεται
εμείς σκεφτόμαστε
εσείς σκέφτεστε
αυτοί / αυτές / αυτά σκέφτονται
Παρατατικός
εγώ σκεφτόμουν
εσύ σκεφτόσουν
αυτός / αυτή / αυτό σκεφτόταν
εμείς σκεφτόμασταν
εσείς σκεφτόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά σκέφτονταν
Αόριστος
εγώ σκέφτηκα
εσύ σκέφτηκες
αυτός / αυτή / αυτό σκέφτηκε
εμείς σκεφτήκαμε
εσείς σκεφτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά σκέφτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σκεφτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σκεφτώ
εσύ σκεφτείς
αυτός / αυτή / αυτό σκεφτεί
εμείς σκεφτούμε
εσείς σκεφτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά σκεφτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς σκέφτεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σκέψου
εσείς σκεφτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
σκεφτεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary