HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← σκέπτομαι — definition

Conjugation of σκέπτομαι

Regular CEFR C1
ˈsce.pto.me

άλλη μορφή του σκέφτομαι Ver definición completa →

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σκέπτομαι (σκέφτομαι →)
εσύ σκέπτεσαι
αυτός / αυτή / αυτό σκέπτεται
εμείς σκεπτόμαστε
αυτοί / αυτές / αυτά σκέπτονται
Παρατατικός
εγώ σκεπτόμουν
εσύ σκεπτόσουν
αυτός / αυτή / αυτό σκεπτόταν
εμείς σκεπτόμασταν
εσείς σκεπτόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά σκέπτονταν
Αόριστος
εσύ σκέφθηκες
αυτός / αυτή / αυτό σκέφθηκε
εμείς σκεφθήκαμε
εσείς σκεφθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά σκέφθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σκεφθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εσύ σκεφθείς
αυτός / αυτή / αυτό σκεφθεί
εμείς σκεφθούμε
εσείς σκεφθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά σκεφθούν
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σκέψου
εσείς σκεφθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
σκεφθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary