Conjugation of σιχαίνομαι
siˈçenomeθεωρώ κάτι τόσο αηδιαστικό, ώστε να αποφεύγω την επαφή μαζί του Ver definición completa →
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | σιχαίνομαι |
| εσύ | σιχαίνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | σιχαίνεται |
| εμείς | σιχαινόμαστε |
| εσείς | σιχαίνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σιχαίνονται |
Παρατατικός
| εγώ | σιχαινόμουν |
| εσύ | σιχαινόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | σιχαινόταν |
| εμείς | σιχαινόμασταν |
| εσείς | σιχαινόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σιχαίνονταν |
Αόριστος
| εγώ | σιχάθηκα |
| εσύ | σιχάθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | σιχάθηκε |
| εμείς | σιχαθήκαμε |
| εσείς | σιχαθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σιχάθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα σιχαθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | σιχαθώ |
| εσύ | σιχαθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | σιχαθεί |
| εμείς | σιχαθούμε |
| εσείς | σιχαθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σιχαθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | σιχαίνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσείς | σιχαθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | σιχαθεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.