Conjugation of σιγουρεύω
si.ɣuˈɾe.voεπιβεβαιώνω ή εξασφαλίζω κάτι, προσπαθώντας να προλάβω κάποια πιθανή αρνητική τροπή (βλέπε και σιγουρεύομαι) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | σιγουρεύω |
| εσύ | σιγουρεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | σιγουρεύει |
| εμείς | σιγουρεύουμε |
| εσείς | σιγουρεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σιγουρεύουν |
Παρατατικός
| εγώ | σιγούρευα |
| εσύ | σιγούρευες |
| αυτός / αυτή / αυτό | σιγούρευε |
| εμείς | σιγουρεύαμε |
| εσείς | σιγουρεύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σιγούρευαν |
Αόριστος
| εγώ | σιγούρεψα |
| εσύ | σιγούρεψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | σιγούρεψε |
| εμείς | σιγουρέψαμε |
| εσείς | σιγουρέψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σιγούρεψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα σιγουρέψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | σιγουρέψω |
| εσύ | σιγουρέψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | σιγουρέψει |
| εμείς | σιγουρέψουμε |
| εσείς | σιγουρέψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σιγουρέψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | σιγούρευε |
| εσείς | σιγουρεύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | σιγούρεψε |
| εσείς | σιγουρέψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | σιγουρέψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | σιγουρεύομαι |
| εσύ | σιγουρεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | σιγουρεύεται |
| εμείς | σιγουρευόμαστε |
| εσείς | σιγουρεύεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σιγουρεύονται |
Παρατατικός
| εγώ | σιγουρευόμουν |
| εσύ | σιγουρευόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | σιγουρευόταν |
| εμείς | σιγουρευόμασταν |
| εσείς | σιγουρευόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σιγουρεύονταν |
Αόριστος
| εγώ | σιγουρεύτηκα |
| εσύ | σιγουρεύτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | σιγουρεύτηκε |
| εμείς | σιγουρευτήκαμε |
| εσείς | σιγουρευτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σιγουρεύτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα σιγουρευτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | σιγουρευτώ |
| εσύ | σιγουρευτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | σιγουρευτεί |
| εμείς | σιγουρευτούμε |
| εσείς | σιγουρευτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σιγουρευτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | σιγουρεύεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | σιγουρέψου |
| εσείς | σιγουρευτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | σιγουρευτεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.