HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← σιγουρεύω — definition

Conjugation of σιγουρεύω

Regular CEFR B2
si.ɣuˈɾe.vo

επιβεβαιώνω ή εξασφαλίζω κάτι, προσπαθώντας να προλάβω κάποια πιθανή αρνητική τροπή (βλέπε και σιγουρεύομαι) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σιγουρεύω
εσύ σιγουρεύεις
αυτός / αυτή / αυτό σιγουρεύει
εμείς σιγουρεύουμε
εσείς σιγουρεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά σιγουρεύουν
Παρατατικός
εγώ σιγούρευα
εσύ σιγούρευες
αυτός / αυτή / αυτό σιγούρευε
εμείς σιγουρεύαμε
εσείς σιγουρεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά σιγούρευαν
Αόριστος
εγώ σιγούρεψα
εσύ σιγούρεψες
αυτός / αυτή / αυτό σιγούρεψε
εμείς σιγουρέψαμε
εσείς σιγουρέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά σιγούρεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σιγουρέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σιγουρέψω
εσύ σιγουρέψεις
αυτός / αυτή / αυτό σιγουρέψει
εμείς σιγουρέψουμε
εσείς σιγουρέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά σιγουρέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ σιγούρευε
εσείς σιγουρεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σιγούρεψε
εσείς σιγουρέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
σιγουρέψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σιγουρεύομαι
εσύ σιγουρεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό σιγουρεύεται
εμείς σιγουρευόμαστε
εσείς σιγουρεύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά σιγουρεύονται
Παρατατικός
εγώ σιγουρευόμουν
εσύ σιγουρευόσουν
αυτός / αυτή / αυτό σιγουρευόταν
εμείς σιγουρευόμασταν
εσείς σιγουρευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά σιγουρεύονταν
Αόριστος
εγώ σιγουρεύτηκα
εσύ σιγουρεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό σιγουρεύτηκε
εμείς σιγουρευτήκαμε
εσείς σιγουρευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά σιγουρεύτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σιγουρευτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σιγουρευτώ
εσύ σιγουρευτείς
αυτός / αυτή / αυτό σιγουρευτεί
εμείς σιγουρευτούμε
εσείς σιγουρευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά σιγουρευτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς σιγουρεύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σιγουρέψου
εσείς σιγουρευτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
σιγουρευτεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary