HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← σημαδεύω — definition

Conjugation of σημαδεύω

Regular CEFR C2
si.maˈðe.vo

χαράζω ή τυπώνω ένα χαρακτηριστικό σημάδι πάνω σε κάτι, για να μπορώ να το αναγνωρίσω αργότερα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σημαδεύω
εσύ σημαδεύεις
αυτός / αυτή / αυτό σημαδεύει
εμείς σημαδεύουμε
εσείς σημαδεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά σημαδεύουν
Παρατατικός
εγώ σημάδευα
εσύ σημάδευες
αυτός / αυτή / αυτό σημάδευε
εμείς σημαδεύαμε
εσείς σημαδεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά σημάδευαν
Αόριστος
εγώ σημάδεψα
εσύ σημάδεψες
αυτός / αυτή / αυτό σημάδεψε
εμείς σημαδέψαμε
εσείς σημαδέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά σημάδεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σημαδέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σημαδέψω
εσύ σημαδέψεις
αυτός / αυτή / αυτό σημαδέψει
εμείς σημαδέψουμε
εσείς σημαδέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά σημαδέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ σημάδευε
εσείς σημαδεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σημάδεψε
εσείς σημαδέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
σημαδέψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σημαδεύομαι
εσύ σημαδεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό σημαδεύεται
εμείς σημαδευόμαστε
εσείς σημαδεύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά σημαδεύονται
Παρατατικός
εγώ σημαδευόμουν
εσύ σημαδευόσουν
αυτός / αυτή / αυτό σημαδευόταν
εμείς σημαδευόμασταν
εσείς σημαδευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά σημαδεύονταν
Αόριστος
εγώ σημαδεύτηκα
εσύ σημαδεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό σημαδεύτηκε
εμείς σημαδευτήκαμε
εσείς σημαδευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά σημαδεύτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σημαδευτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σημαδευτώ
εσύ σημαδευτείς
αυτός / αυτή / αυτό σημαδευτεί
εμείς σημαδευτούμε
εσείς σημαδευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά σημαδευτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς σημαδεύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σημαδέψου
εσείς σημαδευτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
σημαδευτεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary