Conjugation of σημαδεύω
si.maˈðe.voχαράζω ή τυπώνω ένα χαρακτηριστικό σημάδι πάνω σε κάτι, για να μπορώ να το αναγνωρίσω αργότερα Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | σημαδεύω |
| εσύ | σημαδεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | σημαδεύει |
| εμείς | σημαδεύουμε |
| εσείς | σημαδεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σημαδεύουν |
Παρατατικός
| εγώ | σημάδευα |
| εσύ | σημάδευες |
| αυτός / αυτή / αυτό | σημάδευε |
| εμείς | σημαδεύαμε |
| εσείς | σημαδεύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σημάδευαν |
Αόριστος
| εγώ | σημάδεψα |
| εσύ | σημάδεψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | σημάδεψε |
| εμείς | σημαδέψαμε |
| εσείς | σημαδέψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σημάδεψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα σημαδέψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | σημαδέψω |
| εσύ | σημαδέψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | σημαδέψει |
| εμείς | σημαδέψουμε |
| εσείς | σημαδέψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σημαδέψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | σημάδευε |
| εσείς | σημαδεύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | σημάδεψε |
| εσείς | σημαδέψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | σημαδέψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | σημαδεύομαι |
| εσύ | σημαδεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | σημαδεύεται |
| εμείς | σημαδευόμαστε |
| εσείς | σημαδεύεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σημαδεύονται |
Παρατατικός
| εγώ | σημαδευόμουν |
| εσύ | σημαδευόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | σημαδευόταν |
| εμείς | σημαδευόμασταν |
| εσείς | σημαδευόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σημαδεύονταν |
Αόριστος
| εγώ | σημαδεύτηκα |
| εσύ | σημαδεύτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | σημαδεύτηκε |
| εμείς | σημαδευτήκαμε |
| εσείς | σημαδευτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σημαδεύτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα σημαδευτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | σημαδευτώ |
| εσύ | σημαδευτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | σημαδευτεί |
| εμείς | σημαδευτούμε |
| εσείς | σημαδευτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σημαδευτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | σημαδεύεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | σημαδέψου |
| εσείς | σημαδευτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | σημαδευτεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.