HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← σείω — definition

Conjugation of σείω

Regular CEFR B1
ˈsio

κουνώ βίαια, ταρακουνάω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σείω
εσύ σείεις
αυτός / αυτή / αυτό σείει
εμείς σείουμε
εσείς σείετε
αυτοί / αυτές / αυτά σείουν
Παρατατικός
εγώ έσεια
εσύ έσειες
αυτός / αυτή / αυτό έσειε
εμείς σείαμε
εσείς σείατε
αυτοί / αυτές / αυτά έσειαν
Αόριστος
εγώ έσεισα
εσύ έσεισες
αυτός / αυτή / αυτό έσεισε
εμείς σείσαμε
εσείς σείσατε
αυτοί / αυτές / αυτά έσεισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σείσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σείσω
εσύ σείσεις
αυτός / αυτή / αυτό σείσει
εμείς σείσουμε
εσείς σείσετε
αυτοί / αυτές / αυτά σείσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ σείε
εσείς σείετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σείσε
εσείς σείστε
Απαρέμφατο αορίστου
σείσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σείομαι (σειέμαι →)
εσύ σείεσαι
αυτός / αυτή / αυτό σείεται
εμείς σειόμαστε
εσείς σείεστε
αυτοί / αυτές / αυτά σείονται
Παρατατικός
εγώ σειόμουν
εσύ σειόσουν
αυτός / αυτή / αυτό σειόταν
εμείς σειόμασταν
εσείς σειόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά σείονταν
Αόριστος
εγώ σείστηκα
εσύ σείστηκες
αυτός / αυτή / αυτό σείστηκε
εμείς σειστήκαμε
εσείς σειστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά σείστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σειστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σειστώ
εσύ σειστείς
αυτός / αυτή / αυτό σειστεί
εμείς σειστούμε
εσείς σειστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά σειστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς σείεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σείσου
εσείς σειστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
σειστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary