HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← σατιρίζω — definition

Conjugation of σατιρίζω

Regular CEFR B2
sa.tiˈɾi.zo

κάνω σάτιρα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σατιρίζω
εσύ σατιρίζεις
αυτός / αυτή / αυτό σατιρίζει
εμείς σατιρίζουμε
εσείς σατιρίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά σατιρίζουν
Παρατατικός
εγώ σατίριζα
εσύ σατίριζες
αυτός / αυτή / αυτό σατίριζε
εμείς σατιρίζαμε
εσείς σατιρίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά σατίριζαν
Αόριστος
εγώ σατίρισα
εσύ σατίρισες
αυτός / αυτή / αυτό σατίρισε
εμείς σατιρίσαμε
εσείς σατιρίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά σατίρισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σατιρίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σατιρίσω
εσύ σατιρίσεις
αυτός / αυτή / αυτό σατιρίσει
εμείς σατιρίσουμε
εσείς σατιρίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά σατιρίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ σατίριζε
εσείς σατιρίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σατίρισε
εσείς σατιρίστε
Απαρέμφατο αορίστου
σατιρίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σατιρίζομαι
εσύ σατιρίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό σατιρίζεται
εμείς σατιριζόμαστε
εσείς σατιρίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά σατιρίζονται
Παρατατικός
εγώ σατιριζόμουν
εσύ σατιριζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό σατιριζόταν
εμείς σατιριζόμασταν
εσείς σατιριζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά σατιρίζονταν
Αόριστος
εγώ σατιρίστηκα
εσύ σατιρίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό σατιρίστηκε
εμείς σατιριστήκαμε
εσείς σατιριστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά σατιρίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σατιριστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σατιριστώ
εσύ σατιριστείς
αυτός / αυτή / αυτό σατιριστεί
εμείς σατιριστούμε
εσείς σατιριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά σατιριστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς σατιρίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σατιρίσου
εσείς σατιριστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
σατιριστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary