HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← σαρώνω — definition

Conjugation of σαρώνω

Regular CEFR B1
saˈɾo.no

παρασέρνω τα πάντα στο πέρασμά μου καθώς κινούμαι με φοβερή ορμή, καταστρέφω ολοσχερώς κάτι Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σαρώνω
εσύ σαρώνεις
αυτός / αυτή / αυτό σαρώνει
εμείς σαρώνουμε
εσείς σαρώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά σαρώνουν
Παρατατικός
εγώ σάρωνα
εσύ σάρωνες
αυτός / αυτή / αυτό σάρωνε
εμείς σαρώναμε
εσείς σαρώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά σάρωναν
Αόριστος
εγώ σάρωσα
εσύ σάρωσες
αυτός / αυτή / αυτό σάρωσε
εμείς σαρώσαμε
εσείς σαρώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά σάρωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σαρώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σαρώσω
εσύ σαρώσεις
αυτός / αυτή / αυτό σαρώσει
εμείς σαρώσουμε
εσείς σαρώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά σαρώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ σάρωνε
εσείς σαρώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σάρωσε
εσείς σαρώστε
Απαρέμφατο αορίστου
σαρώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σαρώνομαι
εσύ σαρώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό σαρώνεται
εμείς σαρωνόμαστε
εσείς σαρώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά σαρώνονται
Παρατατικός
εγώ σαρωνόμουν
εσύ σαρωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό σαρωνόταν
εμείς σαρωνόμασταν
εσείς σαρωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά σαρώνονταν
Αόριστος
εγώ σαρώθηκα
εσύ σαρώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό σαρώθηκε
εμείς σαρωθήκαμε
εσείς σαρωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά σαρώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σαρωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σαρωθώ
εσύ σαρωθείς
αυτός / αυτή / αυτό σαρωθεί
εμείς σαρωθούμε
εσείς σαρωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά σαρωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς σαρώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σαρώσου
εσείς σαρωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
σαρωθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary