HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← σαπίζω — definition

Conjugation of σαπίζω

Regular CEFR B1
saˈpi.zo

βρίσκομαι για πολύ καιρό σε περιβάλλον με υγρασία και ως εκ τούτου υποφέρω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σαπίζω
εσύ σαπίζεις
αυτός / αυτή / αυτό σαπίζει
εμείς σαπίζουμε
εσείς σαπίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά σαπίζουν
Παρατατικός
εγώ σάπιζα
εσύ σάπιζες
αυτός / αυτή / αυτό σάπιζε
εμείς σαπίζαμε
εσείς σαπίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά σάπιζαν
Αόριστος
εγώ σάπισα
εσύ σάπισες
αυτός / αυτή / αυτό σάπισε
εμείς σαπίσαμε
εσείς σαπίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά σάπισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σαπίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σαπίσω
εσύ σαπίσεις
αυτός / αυτή / αυτό σαπίσει
εμείς σαπίσουμε
εσείς σαπίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά σαπίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ σάπιζε
εσείς σαπίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σάπισε
εσείς σαπίστε
Απαρέμφατο αορίστου
σαπίσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary