HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← σαλτάρω — definition

Conjugation of σαλτάρω

Regular CEFR B1
salˈta.ɾo

ανεβαίνω κάπου με άλμα, δίνω ένα σάλτο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σαλτάρω
εσύ σαλτάρεις
αυτός / αυτή / αυτό σαλτάρει
εμείς σαλτάρουμε
εσείς σαλτάρετε
αυτοί / αυτές / αυτά σαλτάρουν
Παρατατικός
εγώ σάλταρα
εσύ σάλταρες
αυτός / αυτή / αυτό σάλταρε
εμείς σαλτάραμε
εσείς σαλτάρατε
αυτοί / αυτές / αυτά σάλταραν
Αόριστος
εγώ σάλταρα
εσύ σάλταρες
αυτός / αυτή / αυτό σάλταρε
εμείς σαλτάραμε
εσείς σαλτάρατε
αυτοί / αυτές / αυτά σάλταραν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σαλτάρω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σαλτάρω
εσύ σαλτάρεις
αυτός / αυτή / αυτό σαλτάρει
εμείς σαλτάρουμε
εσείς σαλτάρετε
αυτοί / αυτές / αυτά σαλτάρουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ σάλταρε
εσείς σαλτάρετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σάλταρε
εσείς σαλτάρετε
Απαρέμφατο αορίστου
σαλτάρει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary