HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← σαλπάρω — definition

Conjugation of σαλπάρω

Regular CEFR C2

λύνω τους κάβους, σηκώνω την άγκυρα και αποπλέω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σαλπάρω
εσύ σαλπάρεις
αυτός / αυτή / αυτό σαλπάρει
εμείς σαλπάρουμε
εσείς σαλπάρετε
αυτοί / αυτές / αυτά σαλπάρουν
Παρατατικός
εγώ σάλπαρα
εσύ σάλπαρες
αυτός / αυτή / αυτό σάλπαρε
εμείς σαλπάραμε
εσείς σαλπάρατε
αυτοί / αυτές / αυτά σάλπαραν
Αόριστος
εγώ σάλπαρα
εσύ σάλπαρες
αυτός / αυτή / αυτό σάλπαρε
εμείς σαλπάραμε
εσείς σαλπάρατε
αυτοί / αυτές / αυτά σάλπαραν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σαλπάρω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σαλπάρω
εσύ σαλπάρεις
αυτός / αυτή / αυτό σαλπάρει
εμείς σαλπάρουμε
εσείς σαλπάρετε
αυτοί / αυτές / αυτά σαλπάρουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ σάλπαρε
εσείς σαλπάρετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σάλπαρε
εσείς σαλπάρτε
Απαρέμφατο αορίστου
σαλπάρει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σαλπάρομαι
εσύ σαλπάρεσαι
αυτός / αυτή / αυτό σαλπάρεται
εμείς όμαστε
εσείς σαλπάρεστε
αυτοί / αυτές / αυτά σαλπάρονται
Παρατατικός
εγώ όμουν
εσύ όσουν
αυτός / αυτή / αυτό όταν
εμείς όμασταν
εσείς όσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά σαλπάρονταν
Αόριστος
εγώ ηκα
εσύ ηκες
αυτός / αυτή / αυτό ηκε
εμείς ήκαμε
εσείς ήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ώ
εσύ είς
αυτός / αυτή / αυτό εί
εμείς ούμε
εσείς είτε
αυτοί / αυτές / αυτά ούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς σαλπάρεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σαλπάρου
εσείς είτε
Απαρέμφατο αορίστου
εί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary