HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← σαλεύω — definition

Conjugation of σαλεύω

Regular CEFR B1
saˈle.vo

κάνω μια, μικρή έστω, κίνηση, μετατοπίζομαι ελαφρά Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σαλεύω
εσύ σαλεύεις
αυτός / αυτή / αυτό σαλεύει
εμείς σαλεύουμε
εσείς σαλεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά σαλεύουν
Παρατατικός
εγώ σάλευα
εσύ σάλευες
αυτός / αυτή / αυτό σάλευε
εμείς σαλεύαμε
εσείς σαλεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά σάλευαν
Αόριστος
εγώ σάλεψα
εσύ σάλεψες
αυτός / αυτή / αυτό σάλεψε
εμείς σαλέψαμε
εσείς σαλέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά σάλεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σαλέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σαλέψω
εσύ σαλέψεις
αυτός / αυτή / αυτό σαλέψει
εμείς σαλέψουμε
εσείς σαλέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά σαλέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ σάλευε
εσείς σαλεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σάλεψε
εσείς σαλέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
σαλέψει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary