HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← σέβομαι — definition

Conjugation of σέβομαι

Regular CEFR B2
ˈse.vo.me

αναγνωρίζω το κύρος, την αξία που έχει κάτι· το τηρώ Ver definición completa →

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σέβομαι
εσύ σέβεσαι
αυτός / αυτή / αυτό σέβεται
εμείς σεβόμαστε
εσείς σέβεστε
αυτοί / αυτές / αυτά σέβονται
Παρατατικός
εγώ σεβόμουν
εσύ σεβόσουν
αυτός / αυτή / αυτό σεβόταν
εμείς σεβόμασταν
εσείς σεβόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά σέβονταν
Αόριστος
εγώ σεβάστηκα
εσύ σεβάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό σεβάστηκε
εμείς σεβαστήκαμε
εσείς σεβαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά σεβάστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σεβαστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σεβαστώ
εσύ σεβαστείς
αυτός / αυτή / αυτό σεβαστεί
εμείς σεβαστούμε
εσείς σεβαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά σεβαστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς σέβεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σεβάσου
εσείς σεβαστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
σεβαστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary