HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ρωτάω — definition

Conjugation of ρωτάω

Regular CEFR B1
ɾoˈta.o

to enquire (UK), inquire (US) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ρωτάω
εσύ ρωτάς
αυτός / αυτή / αυτό ρωτάει
εμείς ρωτάμε
εσείς ρωτάτε
αυτοί / αυτές / αυτά ρωτάνε
Παρατατικός
εγώ ρωτούσα
εσύ ρωτούσες
αυτός / αυτή / αυτό ρωτούσε
εμείς ρωτούσαμε
εσείς ρωτούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ρωτούσαν
Αόριστος
εγώ ρώτησα
εσύ ρώτησες
αυτός / αυτή / αυτό ρώτησε
εμείς ρωτήσαμε
εσείς ρωτήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ρώτησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ρωτήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ρωτήσω
εσύ ρωτήσεις
αυτός / αυτή / αυτό ρωτήσει
εμείς ρωτήσουμε
εσείς ρωτήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ρωτήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ρώτα
εσείς ρωτάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ρώτησε
εσείς ρωτήστε
Απαρέμφατο αορίστου
ρωτήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ρωτιέμαι
εσύ ρωτιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό ρωτιέται
εμείς ρωτιόμαστε
εσείς ρωτιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά ρωτιούνται
Παρατατικός
εγώ ρωτιόμουν
εσύ ρωτιόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ρωτιόταν
εμείς ρωτιόμασταν
εσείς ρωτιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ρωτιόνταν
Αόριστος
εγώ ρωτήθηκα
εσύ ρωτήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό ρωτήθηκε
εμείς ρωτηθήκαμε
εσείς ρωτηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ρωτήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ρωτηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ρωτηθώ
εσύ ρωτηθείς
αυτός / αυτή / αυτό ρωτηθεί
εμείς ρωτηθούμε
εσείς ρωτηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ρωτηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ρωτιέστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ρωτήσου
εσείς ρωτηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ρωτηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary