HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ρουφάω — definition

Conjugation of ρουφάω

Regular CEFR C2
ɾuˈfa.o

πίνω κάτι θορυβωδώς με χαρακτηριστικές κινήσεις της γλώσσας και των χειλιών Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ρουφάω
εσύ ρουφάς
αυτός / αυτή / αυτό ρουφάει
εμείς ρουφάμε
εσείς ρουφάτε
αυτοί / αυτές / αυτά ρουφάνε
Παρατατικός
εγώ ρουφούσα
εσύ ρουφούσες
αυτός / αυτή / αυτό ρουφούσε
εμείς ρουφούσαμε
εσείς ρουφούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ρουφούσαν
Αόριστος
εγώ ρούφηξα
εσύ ρούφηξες
αυτός / αυτή / αυτό ρούφηξε
εμείς ρουφήξαμε
εσείς ρουφήξατε
αυτοί / αυτές / αυτά ρούφηξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ρουφήξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ρουφήξω
εσύ ρουφήξεις
αυτός / αυτή / αυτό ρουφήξει
εμείς ρουφήξουμε
εσείς ρουφήξετε
αυτοί / αυτές / αυτά ρουφήξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ρούφα
εσείς ρουφάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ρούφηξε
εσείς ρουφήξτε
Απαρέμφατο αορίστου
ρουφήξει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ρουφιέμαι
εσύ ρουφιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό ρουφιέται
εμείς ρουφιόμαστε
εσείς ρουφιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά ρουφιούνται
Παρατατικός
εγώ ρουφιόμουν
εσύ ρουφιόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ρουφιόταν
εμείς ρουφιόμασταν
εσείς ρουφιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ρουφιόνταν
Αόριστος
εγώ ρουφήχτηκα
εσύ ρουφήχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό ρουφήχτηκε
εμείς ρουφηχτήκαμε
εσείς ρουφηχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ρουφήχτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ρουφηχτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ρουφηχτώ
εσύ ρουφηχτείς
αυτός / αυτή / αυτό ρουφηχτεί
εμείς ρουφηχτούμε
εσείς ρουφηχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ρουφηχτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ρουφιέστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ρουφήξου
εσείς ρουφηχτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ρουφηχτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary