Conjugation of ρουφάω
ɾuˈfa.oπίνω κάτι θορυβωδώς με χαρακτηριστικές κινήσεις της γλώσσας και των χειλιών Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ρουφάω |
| εσύ | ρουφάς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ρουφάει |
| εμείς | ρουφάμε |
| εσείς | ρουφάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ρουφάνε |
Παρατατικός
| εγώ | ρουφούσα |
| εσύ | ρουφούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ρουφούσε |
| εμείς | ρουφούσαμε |
| εσείς | ρουφούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ρουφούσαν |
Αόριστος
| εγώ | ρούφηξα |
| εσύ | ρούφηξες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ρούφηξε |
| εμείς | ρουφήξαμε |
| εσείς | ρουφήξατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ρούφηξαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ρουφήξω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ρουφήξω |
| εσύ | ρουφήξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ρουφήξει |
| εμείς | ρουφήξουμε |
| εσείς | ρουφήξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ρουφήξουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ρούφα |
| εσείς | ρουφάτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ρούφηξε |
| εσείς | ρουφήξτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ρουφήξει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ρουφιέμαι |
| εσύ | ρουφιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ρουφιέται |
| εμείς | ρουφιόμαστε |
| εσείς | ρουφιέστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ρουφιούνται |
Παρατατικός
| εγώ | ρουφιόμουν |
| εσύ | ρουφιόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ρουφιόταν |
| εμείς | ρουφιόμασταν |
| εσείς | ρουφιόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ρουφιόνταν |
Αόριστος
| εγώ | ρουφήχτηκα |
| εσύ | ρουφήχτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ρουφήχτηκε |
| εμείς | ρουφηχτήκαμε |
| εσείς | ρουφηχτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ρουφήχτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ρουφηχτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ρουφηχτώ |
| εσύ | ρουφηχτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ρουφηχτεί |
| εμείς | ρουφηχτούμε |
| εσείς | ρουφηχτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ρουφηχτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ρουφιέστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ρουφήξου |
| εσείς | ρουφηχτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ρουφηχτεί |