HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ρεζιλεύω — definition

Conjugation of ρεζιλεύω

Regular CEFR B2
ɾe.ziˈle.vo

κάνω κάποιον ρεζίλι, γελοιοποιώ Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ρεζιλεύω
εσύ ρεζιλεύεις
αυτός / αυτή / αυτό ρεζιλεύει
εμείς ρεζιλεύουμε
εσείς ρεζιλεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά ρεζιλεύουν
Παρατατικός
εγώ ρεζίλευα
εσύ ρεζίλευες
αυτός / αυτή / αυτό ρεζίλευε
εμείς ρεζιλεύαμε
εσείς ρεζιλεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά ρεζίλευαν
Αόριστος
εγώ ρεζίλεψα
εσύ ρεζίλεψες
αυτός / αυτή / αυτό ρεζίλεψε
εμείς ρεζιλέψαμε
εσείς ρεζιλέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά ρεζίλεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ρεζιλέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ρεζιλέψω
εσύ ρεζιλέψεις
αυτός / αυτή / αυτό ρεζιλέψει
εμείς ρεζιλέψουμε
εσείς ρεζιλέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά ρεζιλέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ρεζίλευε
εσείς ρεζιλεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ρεζίλεψε
εσείς ρεζιλέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
ρεζιλέψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ρεζιλεύομαι
εσύ ρεζιλεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ρεζιλεύεται
εμείς ρεζιλευόμαστε
εσείς ρεζιλεύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ρεζιλεύονται
Παρατατικός
εγώ ρεζιλευόμουν
εσύ ρεζιλευόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ρεζιλευόταν
εμείς ρεζιλευόμασταν
εσείς ρεζιλευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ρεζιλεύονταν
Αόριστος
εγώ ρεζιλεύτηκα
εσύ ρεζιλεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό ρεζιλεύτηκε
εμείς ρεζιλευτήκαμε
εσείς ρεζιλευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ρεζιλεύτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ρεζιλευτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ρεζιλευτώ
εσύ ρεζιλευτείς
αυτός / αυτή / αυτό ρεζιλευτεί
εμείς ρεζιλευτούμε
εσείς ρεζιλευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ρεζιλευτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ρεζιλεύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ρεζιλέψου
εσείς ρεζιλευτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ρεζιλευτεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary