Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ρεζιλεύω |
| εσύ | ρεζιλεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ρεζιλεύει |
| εμείς | ρεζιλεύουμε |
| εσείς | ρεζιλεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ρεζιλεύουν |
Παρατατικός
| εγώ | ρεζίλευα |
| εσύ | ρεζίλευες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ρεζίλευε |
| εμείς | ρεζιλεύαμε |
| εσείς | ρεζιλεύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ρεζίλευαν |
Αόριστος
| εγώ | ρεζίλεψα |
| εσύ | ρεζίλεψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ρεζίλεψε |
| εμείς | ρεζιλέψαμε |
| εσείς | ρεζιλέψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ρεζίλεψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ρεζιλέψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ρεζιλέψω |
| εσύ | ρεζιλέψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ρεζιλέψει |
| εμείς | ρεζιλέψουμε |
| εσείς | ρεζιλέψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ρεζιλέψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ρεζίλευε |
| εσείς | ρεζιλεύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ρεζίλεψε |
| εσείς | ρεζιλέψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ρεζιλέψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ρεζιλεύομαι |
| εσύ | ρεζιλεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ρεζιλεύεται |
| εμείς | ρεζιλευόμαστε |
| εσείς | ρεζιλεύεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ρεζιλεύονται |
Παρατατικός
| εγώ | ρεζιλευόμουν |
| εσύ | ρεζιλευόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ρεζιλευόταν |
| εμείς | ρεζιλευόμασταν |
| εσείς | ρεζιλευόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ρεζιλεύονταν |
Αόριστος
| εγώ | ρεζιλεύτηκα |
| εσύ | ρεζιλεύτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ρεζιλεύτηκε |
| εμείς | ρεζιλευτήκαμε |
| εσείς | ρεζιλευτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ρεζιλεύτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ρεζιλευτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ρεζιλευτώ |
| εσύ | ρεζιλευτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ρεζιλευτεί |
| εμείς | ρεζιλευτούμε |
| εσείς | ρεζιλευτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ρεζιλευτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ρεζιλεύεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ρεζιλέψου |
| εσείς | ρεζιλευτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ρεζιλευτεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.