HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ρέω — definition

Conjugation of ρέω

Regular CEFR C2
ˈre.o

αναβλύζω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ρέω
εσύ ρέεις
αυτός / αυτή / αυτό ρέει
εμείς ρέουμε
εσείς ρέετε
αυτοί / αυτές / αυτά ρέουν
Παρατατικός
εγώ έρρεα
εσύ έρρεες
αυτός / αυτή / αυτό έρρεε
εμείς ρέαμε
εσείς ρέατε
αυτοί / αυτές / αυτά έρρεαν
Αόριστος
εγώ έρρευσα
εσύ έρρευσες
αυτός / αυτή / αυτό έρρευσε
εμείς ρεύσαμε
εσείς ρεύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά έρρευσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ρεύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ρεύσω
εσύ ρεύσεις
αυτός / αυτή / αυτό ρεύσει
εμείς ρεύσουμε
εσείς ρεύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ρεύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ρέε
εσείς ρέετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ρεύσε
εσείς ρεύστε
Απαρέμφατο αορίστου
ρεύσει

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary