HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ράβω — definición

Conjugation of ράβω

Regular CEFR C2
/ˈɾa.vo/

αποκαθιστώ με τη διαδικασία (1) την χειρουργική τομή ή το σημείο που έχει τραυματιστεί Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ράβω
εσύ ράβεις
αυτός / αυτή / αυτό ράβει
εμείς ράβουμε
εσείς ράβετε
αυτοί / αυτές / αυτά ράβουν
Παρατατικός
εγώ έραβα
εσύ έραβες
αυτός / αυτή / αυτό έραβε
εμείς ράβαμε
εσείς ράβατε
αυτοί / αυτές / αυτά έραβαν
Αόριστος
εγώ έραψα
εσύ έραψες
αυτός / αυτή / αυτό έραψε
εμείς ράψαμε
εσείς ράψατε
αυτοί / αυτές / αυτά έραψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ράψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ράψω
εσύ ράψεις
αυτός / αυτή / αυτό ράψει
εμείς ράψουμε
εσείς ράψετε
αυτοί / αυτές / αυτά ράψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ράβε
εσείς ράβετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ράψε
εσείς ράψτε
Απαρέμφατο αορίστου
ράψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ράβομαι
εσύ ράβεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ράβεται
εμείς ραβόμαστε
εσείς ράβεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ράβονται
Παρατατικός
εγώ ραβόμουν
εσύ ραβόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ραβόταν
εμείς ραβόμασταν
εσείς ραβόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ράβονταν
Αόριστος
εγώ ράφτηκα
εσύ ράφτηκες
αυτός / αυτή / αυτό ράφτηκε
εμείς ραφτήκαμε
εσείς ραφτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ράφτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ραφτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ραφτώ
εσύ ραφτείς
αυτός / αυτή / αυτό ραφτεί
εμείς ραφτούμε
εσείς ραφτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ραφτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ράβεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ράψου
εσείς ραφτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ραφτεί

Más conjugaciones

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary