Conjugation of πυροδοτώ
pi.ɾo.ðoˈtoδημιουργώ την αρχή μελλοντικών αντιδράσεων, εξελίξεων ή ενεργειών Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | πυροδοτώ |
| εσύ | πυροδοτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | πυροδοτεί |
| εμείς | πυροδοτούμε |
| εσείς | πυροδοτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πυροδοτούν |
Παρατατικός
| εγώ | πυροδοτούσα |
| εσύ | πυροδοτούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | πυροδοτούσε |
| εμείς | πυροδοτούσαμε |
| εσείς | πυροδοτούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πυροδοτούσαν |
Αόριστος
| εγώ | πυροδότησα |
| εσύ | πυροδότησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | πυροδότησε |
| εμείς | πυροδοτήσαμε |
| εσείς | πυροδοτήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πυροδότησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα πυροδοτήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | πυροδοτήσω |
| εσύ | πυροδοτήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | πυροδοτήσει |
| εμείς | πυροδοτήσουμε |
| εσείς | πυροδοτήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πυροδοτήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | πυροδοτείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | πυροδότησε |
| εσείς | πυροδοτήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | πυροδοτήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | πυροδοτούμαι |
| εσύ | πυροδοτείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | πυροδοτείται |
| εμείς | πυροδοτούμαστε |
| εσείς | πυροδοτείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πυροδοτούνται |
Παρατατικός
| αυτός / αυτή / αυτό | πυροδοτούνταν |
| εμείς | πυροδοτούμασταν |
| εσείς | [πυροδοτούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πυροδοτούνταν |
Αόριστος
| εγώ | πυροδοτήθηκα |
| εσύ | πυροδοτήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | πυροδοτήθηκε |
| εμείς | πυροδοτηθήκαμε |
| εσείς | πυροδοτηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πυροδοτήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα πυροδοτηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | πυροδοτηθώ |
| εσύ | πυροδοτηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | πυροδοτηθεί |
| εμείς | πυροδοτηθούμε |
| εσείς | πυροδοτηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πυροδοτηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | πυροδοτείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | πυροδοτήσου |
| εσείς | πυροδοτηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | πυροδοτηθεί |