HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← πυροδοτώ — definition

Conjugation of πυροδοτώ

Regular CEFR B2
pi.ɾo.ðoˈto

δημιουργώ την αρχή μελλοντικών αντιδράσεων, εξελίξεων ή ενεργειών Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πυροδοτώ
εσύ πυροδοτείς
αυτός / αυτή / αυτό πυροδοτεί
εμείς πυροδοτούμε
εσείς πυροδοτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά πυροδοτούν
Παρατατικός
εγώ πυροδοτούσα
εσύ πυροδοτούσες
αυτός / αυτή / αυτό πυροδοτούσε
εμείς πυροδοτούσαμε
εσείς πυροδοτούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά πυροδοτούσαν
Αόριστος
εγώ πυροδότησα
εσύ πυροδότησες
αυτός / αυτή / αυτό πυροδότησε
εμείς πυροδοτήσαμε
εσείς πυροδοτήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά πυροδότησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πυροδοτήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πυροδοτήσω
εσύ πυροδοτήσεις
αυτός / αυτή / αυτό πυροδοτήσει
εμείς πυροδοτήσουμε
εσείς πυροδοτήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά πυροδοτήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς πυροδοτείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πυροδότησε
εσείς πυροδοτήστε
Απαρέμφατο αορίστου
πυροδοτήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πυροδοτούμαι
εσύ πυροδοτείσαι
αυτός / αυτή / αυτό πυροδοτείται
εμείς πυροδοτούμαστε
εσείς πυροδοτείστε
αυτοί / αυτές / αυτά πυροδοτούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό πυροδοτούνταν
εμείς πυροδοτούμασταν
εσείς [πυροδοτούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά πυροδοτούνταν
Αόριστος
εγώ πυροδοτήθηκα
εσύ πυροδοτήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό πυροδοτήθηκε
εμείς πυροδοτηθήκαμε
εσείς πυροδοτηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά πυροδοτήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πυροδοτηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πυροδοτηθώ
εσύ πυροδοτηθείς
αυτός / αυτή / αυτό πυροδοτηθεί
εμείς πυροδοτηθούμε
εσείς πυροδοτηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά πυροδοτηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς πυροδοτείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πυροδοτήσου
εσείς πυροδοτηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
πυροδοτηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary