Conjugation of προωθώ
pɾo.oˈθoπρομοτάρω, βοηθώ κάτι να βγει στην αγορά, «σπρώχνω» κάτι στην αγορά Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | προωθώ |
| εσύ | προωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | προωθεί |
| εμείς | προωθούμε |
| εσείς | προωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προωθούν |
Παρατατικός
| εγώ | προωθούσα |
| εσύ | προωθούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | προωθούσε |
| εμείς | προωθούσαμε |
| εσείς | προωθούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προωθούσαν |
Αόριστος
| εγώ | προώθησα |
| εσύ | προώθησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | προώθησε |
| εμείς | προωθήσαμε |
| εσείς | προωθήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προώθησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα προωθήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | προωθήσω |
| εσύ | προωθήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | προωθήσει |
| εμείς | προωθήσουμε |
| εσείς | προωθήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προωθήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | προωθείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | προώθησε |
| εσείς | προωθήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | προωθήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | προωθούμαι |
| εσύ | προωθείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | προωθείται |
| εμείς | προωθούμαστε |
| εσείς | προωθείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προωθούνται |
Παρατατικός
| αυτός / αυτή / αυτό | προωθούνταν |
| εμείς | προωθούμασταν |
| εσείς | [προωθούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προωθούνταν |
Αόριστος
| εγώ | προωθήθηκα |
| εσύ | προωθήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | προωθήθηκε |
| εμείς | προωθηθήκαμε |
| εσείς | προωθηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προωθήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα προωθηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | προωθηθώ |
| εσύ | προωθηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | προωθηθεί |
| εμείς | προωθηθούμε |
| εσείς | προωθηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προωθηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | προωθείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | προωθήσου |
| εσείς | προωθηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | προωθηθεί |