HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← προτρέπω — definition

Conjugation of προτρέπω

Regular CEFR B2
pɾoˈtɾe.po

παρακινώ σε μια ενέργεια Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ προτρέπω
εσύ προτρέπεις
αυτός / αυτή / αυτό προτρέπει
εμείς προτρέπουμε
εσείς προτρέπετε
αυτοί / αυτές / αυτά προτρέπουν
Παρατατικός
εγώ προέτρεπα
εσύ προέτρεπες
αυτός / αυτή / αυτό προέτρεπε
εμείς προτρέπαμε
εσείς προτρέπατε
αυτοί / αυτές / αυτά προέτρεπαν
Αόριστος
εγώ προέτρεψα
εσύ προέτρεψες
αυτός / αυτή / αυτό προέτρεψε
εμείς προτρέψαμε
εσείς προτρέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά προέτρεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα προτρέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ προτρέψω
εσύ προτρέψεις
αυτός / αυτή / αυτό προτρέψει
εμείς προτρέψουμε
εσείς προτρέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά προτρέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ απότρεπε
εσείς προτρέπετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ απότρεψε
εσείς προτρέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
προτρέψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ προτρέπομαι
εσύ προτρέπεσαι
αυτός / αυτή / αυτό προτρέπεται
εμείς προτρεόμαστε
εσείς προτρέπεστε
αυτοί / αυτές / αυτά προτρέπονται

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary