Conjugation of προσφέρω
pɾoˈsfe.ɾoμια ιδιότητα κάποιου ή από κάτι που μας την δίνει ή δείχνει και ικανοποιούμαστε από αυτή Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | προσφέρω |
| εσύ | προσφέρεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | προσφέρει |
| εμείς | προσφέρουμε |
| εσείς | προσφέρετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προσφέρουν |
Παρατατικός
| εγώ | προσέφερα |
| εσύ | προσέφερες |
| αυτός / αυτή / αυτό | προσέφερε |
| εμείς | προσφέραμε |
| εσείς | προσφέρατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προσέφεραν |
Αόριστος
| εγώ | προσέφερα |
| εσύ | προσέφερες |
| αυτός / αυτή / αυτό | προσέφερε |
| εμείς | προσφέραμε |
| εσείς | προσφέρατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προσέφεραν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα προσφέρω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | προσφέρω |
| εσύ | προσφέρεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | προσφέρει |
| εμείς | προσφέρουμε |
| εσείς | προσφέρετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προσφέρουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | πρόσφερε |
| εσείς | προσφέρετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | πρόσφερε |
| εσείς | προσφέρετε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | προσφέρει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | προσφέρομαι |
| εσύ | προσφέρεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | προσφέρεται |
| εμείς | προσφερόμαστε |
| εσείς | προσφέρεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προσφέρονται |
Παρατατικός
| εγώ | προσφερόμουν |
| εσύ | προσφερόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | προσφερόταν |
| εμείς | προσφερόμασταν |
| εσείς | προσφερόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προσφέρονταν |
Αόριστος
| εγώ | προσφέρθηκα |
| εσύ | προσφέρθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | προσφέρθηκε |
| εμείς | προσφερθήκαμε |
| εσείς | προσφερθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προσφέρθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα προσφερθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | προσφερθώ |
| εσύ | προσφερθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | προσφερθεί |
| εμείς | προσφερθούμε |
| εσείς | προσφερθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προσφερθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | προσφέρεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | προσφέρσου |
| εσείς | προσφερθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | προσφερθεί |