HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← προσφέρω — definition

Conjugation of προσφέρω

Regular CEFR B1
pɾoˈsfe.ɾo

μια ιδιότητα κάποιου ή από κάτι που μας την δίνει ή δείχνει και ικανοποιούμαστε από αυτή Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ προσφέρω
εσύ προσφέρεις
αυτός / αυτή / αυτό προσφέρει
εμείς προσφέρουμε
εσείς προσφέρετε
αυτοί / αυτές / αυτά προσφέρουν
Παρατατικός
εγώ προσέφερα
εσύ προσέφερες
αυτός / αυτή / αυτό προσέφερε
εμείς προσφέραμε
εσείς προσφέρατε
αυτοί / αυτές / αυτά προσέφεραν
Αόριστος
εγώ προσέφερα
εσύ προσέφερες
αυτός / αυτή / αυτό προσέφερε
εμείς προσφέραμε
εσείς προσφέρατε
αυτοί / αυτές / αυτά προσέφεραν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα προσφέρω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ προσφέρω
εσύ προσφέρεις
αυτός / αυτή / αυτό προσφέρει
εμείς προσφέρουμε
εσείς προσφέρετε
αυτοί / αυτές / αυτά προσφέρουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ πρόσφερε
εσείς προσφέρετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πρόσφερε
εσείς προσφέρετε
Απαρέμφατο αορίστου
προσφέρει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ προσφέρομαι
εσύ προσφέρεσαι
αυτός / αυτή / αυτό προσφέρεται
εμείς προσφερόμαστε
εσείς προσφέρεστε
αυτοί / αυτές / αυτά προσφέρονται
Παρατατικός
εγώ προσφερόμουν
εσύ προσφερόσουν
αυτός / αυτή / αυτό προσφερόταν
εμείς προσφερόμασταν
εσείς προσφερόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά προσφέρονταν
Αόριστος
εγώ προσφέρθηκα
εσύ προσφέρθηκες
αυτός / αυτή / αυτό προσφέρθηκε
εμείς προσφερθήκαμε
εσείς προσφερθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά προσφέρθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα προσφερθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ προσφερθώ
εσύ προσφερθείς
αυτός / αυτή / αυτό προσφερθεί
εμείς προσφερθούμε
εσείς προσφερθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά προσφερθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς προσφέρεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ προσφέρσου
εσείς προσφερθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
προσφερθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary