HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← προστάζω — definition

Conjugation of προστάζω

Regular CEFR C2
pɾoˈsta.zo

επιτάσσω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ προστάζω
εσύ προστάζεις
αυτός / αυτή / αυτό προστάζει
εμείς προστάζουμε
εσείς προστάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά προστάζουν
Παρατατικός
εγώ πρόσταζα
εσύ πρόσταζες
αυτός / αυτή / αυτό πρόσταζε
εμείς προστάζαμε
εσείς προστάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά πρόσταζαν
Αόριστος
εγώ πρόσταξα
εσύ πρόσταξες
αυτός / αυτή / αυτό πρόσταξε
εμείς προστάξαμε
εσείς προστάξατε
αυτοί / αυτές / αυτά πρόσταξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα προστάξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ προστάξω
εσύ προστάξεις
αυτός / αυτή / αυτό προστάξει
εμείς προστάξουμε
εσείς προστάξετε
αυτοί / αυτές / αυτά προστάξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ πρόσταζε
εσείς προστάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πρόσταξε
εσείς προστάξτε
Απαρέμφατο αορίστου
προστάξει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ προστάζομαι
εσύ προστάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό προστάζεται
εμείς προσταζόμαστε
εσείς προστάζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά προστάζονται
Παρατατικός
εγώ προσταζόμουν
εσύ προσταζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό προσταζόταν
εμείς προσταζόμασταν
εσείς προσταζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά προστάζονταν
Αόριστος
εγώ προστάχτηκα
εσύ προστάχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό προστάχτηκε
εμείς προσταχτήκαμε
εσείς προσταχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά προστάχτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα προσταχτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ προσταχτώ
εσύ προσταχτείς
αυτός / αυτή / αυτό προσταχτεί
εμείς προσταχτούμε
εσείς προσταχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά προσταχτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς προστάζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ προστάξου
εσείς προσταχτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
προσταχτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary