HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← προσκρούω — definition

Conjugation of προσκρούω

Regular CEFR B2
prosˈkruo

αντιμάχομαι, είμαι ενάντιος σε κάτι Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ προσκρούω
εσύ προσκρούεις
αυτός / αυτή / αυτό προσκρούει
εμείς προσκρούουμε
εσείς προσκρούετε
αυτοί / αυτές / αυτά προσκρούουν[ε]
Παρατατικός
εγώ προσέκρουα
εσύ προσέκρουες
αυτός / αυτή / αυτό προσέκρουε
εμείς προσκρούαμε
εσείς προσκρούατε
αυτοί / αυτές / αυτά προσέκρουαν
Αόριστος
εγώ προσέκρουσα
εσύ προσέκρουσες
αυτός / αυτή / αυτό προσέκρουσε
εμείς προσκρούσαμε
εσείς προσκρούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά προσέκρουσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα προσκρούσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ προσκρούσω
εσύ προσκρούσεις
αυτός / αυτή / αυτό προσκρούσει
εμείς προσκρούσουμε
εσείς προσκρούσετε
αυτοί / αυτές / αυτά προσκρούσουν[ε]
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ πρόσκρουε
εσείς προσκρούετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πρόσκρουσε
εσείς προσκρούστε
Απαρέμφατο αορίστου
προσκρούσει

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary