HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← προσκαλώ — definition

Conjugation of προσκαλώ

Regular CEFR C2
pɾo.skaˈlo

καλώ κάποιον να μετέχει σε ιδιωτική ή δημόσια εκδήλωση ή διαδικασία Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ προσκαλώ
εσύ προσκαλείς
αυτός / αυτή / αυτό προσκαλεί
εμείς προσκαλούμε
εσείς προσκαλείτε
αυτοί / αυτές / αυτά προσκαλούν
Παρατατικός
εγώ προσκαλούσα
εσύ προσκαλούσες
αυτός / αυτή / αυτό προσκαλούσε
εμείς προσκαλούσαμε
εσείς προσκαλούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά προσκαλούσαν
Αόριστος
εγώ προσκάλεσα
εσύ προσκάλεσες
αυτός / αυτή / αυτό προσκάλεσε
εμείς προσκαλέσαμε
εσείς προσκαλέσατε
αυτοί / αυτές / αυτά προσκάλεσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα προσκαλέσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ προσκαλέσω
εσύ προσκαλέσεις
αυτός / αυτή / αυτό προσκαλέσει
εμείς προσκαλέσουμε
εσείς προσκαλέσετε
αυτοί / αυτές / αυτά προσκαλέσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς προσκαλείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ προσκάλεσε
εσείς προσκαλέστε
Απαρέμφατο αορίστου
προσκαλέσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ προσκαλούμαι
εσύ προσκαλείσαι
αυτός / αυτή / αυτό προσκαλείται
εμείς προσκαλούμαστε
εσείς προσκαλείστε
αυτοί / αυτές / αυτά προσκαλούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό προσκαλούνταν
εμείς προσκαλούμασταν
εσείς [προσκαλούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά προσκαλούνταν
Αόριστος
εγώ προσκαλέστηκα
εσύ προσκαλέστηκες
αυτός / αυτή / αυτό προσκαλέστηκε
εμείς προσκαλεστήκαμε
εσείς προσκαλεστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά προσκαλέστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα προσκαλεστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ προσκαλεστώ
εσύ προσκαλεστείς
αυτός / αυτή / αυτό προσκαλεστεί
εμείς προσκαλεστούμε
εσείς προσκαλεστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά προσκαλεστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς προσκαλείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ προσκαλέσου
εσείς προσκαλεστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
προσκαλεστεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary