Conjugation of προσκαλώ
pɾo.skaˈloκαλώ κάποιον να μετέχει σε ιδιωτική ή δημόσια εκδήλωση ή διαδικασία Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | προσκαλώ |
| εσύ | προσκαλείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | προσκαλεί |
| εμείς | προσκαλούμε |
| εσείς | προσκαλείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προσκαλούν |
Παρατατικός
| εγώ | προσκαλούσα |
| εσύ | προσκαλούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | προσκαλούσε |
| εμείς | προσκαλούσαμε |
| εσείς | προσκαλούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προσκαλούσαν |
Αόριστος
| εγώ | προσκάλεσα |
| εσύ | προσκάλεσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | προσκάλεσε |
| εμείς | προσκαλέσαμε |
| εσείς | προσκαλέσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προσκάλεσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα προσκαλέσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | προσκαλέσω |
| εσύ | προσκαλέσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | προσκαλέσει |
| εμείς | προσκαλέσουμε |
| εσείς | προσκαλέσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προσκαλέσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | προσκαλείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | προσκάλεσε |
| εσείς | προσκαλέστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | προσκαλέσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | προσκαλούμαι |
| εσύ | προσκαλείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | προσκαλείται |
| εμείς | προσκαλούμαστε |
| εσείς | προσκαλείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προσκαλούνται |
Παρατατικός
| αυτός / αυτή / αυτό | προσκαλούνταν |
| εμείς | προσκαλούμασταν |
| εσείς | [προσκαλούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προσκαλούνταν |
Αόριστος
| εγώ | προσκαλέστηκα |
| εσύ | προσκαλέστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | προσκαλέστηκε |
| εμείς | προσκαλεστήκαμε |
| εσείς | προσκαλεστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προσκαλέστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα προσκαλεστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | προσκαλεστώ |
| εσύ | προσκαλεστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | προσκαλεστεί |
| εμείς | προσκαλεστούμε |
| εσείς | προσκαλεστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προσκαλεστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | προσκαλείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | προσκαλέσου |
| εσείς | προσκαλεστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | προσκαλεστεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.