Conjugation of προσθέτω
prosˈθe.toσυμπληρώνω την ποσότητα ή διάφορα υλικά (και ανακατεύω ή όχι) κατά την παρασκευή του φαγητού Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | προσθέτω |
| εσύ | προσθέτεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | προσθέτει |
| εμείς | προσθέτουμε |
| εσείς | προσθέτετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προσθέτουν |
Παρατατικός
| εγώ | προσέθετα |
| εσύ | προσέθετες |
| αυτός / αυτή / αυτό | προσέθετε |
| εμείς | προσθέταμε |
| εσείς | προσθέτατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προσέθεταν |
Αόριστος
| εγώ | προσέθεσα |
| εσύ | προσέθεσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | προσέθεσε |
| εμείς | προσθέσαμε |
| εσείς | προσθέσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προσέθεσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα προσθέσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | προσθέσω |
| εσύ | προσθέσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | προσθέσει |
| εμείς | προσθέσουμε |
| εσείς | προσθέσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προσθέσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | προσθέτετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | πρόσθεσε |
| εσείς | προσθέστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | προσθέσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | προστίθεμαι |
| εσύ | προστίθεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | προστίθεται |
| εσείς | προστίθεσθε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προστίθενται |
Αόριστος
| εγώ | προστέθηκα |
| εσύ | προστέθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | προστέθηκε |
| εμείς | προστεθήκαμε |
| εσείς | προστεθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προστέθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα προστεθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | προστεθώ |
| εσύ | προστεθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | προστεθεί |
| εμείς | προστεθούμε |
| εσείς | προστεθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προστεθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | προστίθεσθε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | προσθέσου |
| εσείς | προστεθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | προστεθεί |