Conjugation of προσελκύω
proselˈci.oτραβάω προς το μέρος μου, ελκύω, συγκεντρώνω κάτι συνήθως θετικό Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | προσελκύω |
| εσύ | προσελκύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | προσελκύει |
| εμείς | προσελκύουμε |
| εσείς | προσελκύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προσελκύουν |
Παρατατικός
| εγώ | προσέλκυα |
| εσύ | προσέλκυες |
| αυτός / αυτή / αυτό | προσέλκυε |
| εμείς | προσελκύαμε |
| εσείς | προσελκύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προσέλκυαν |
Αόριστος
| εγώ | προσέλκυσα |
| εσύ | προσέλκυσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | προσέλκυσε |
| εμείς | προσελκύσαμε |
| εσείς | προσελκύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προσέλκυσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα προσελκύσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | προσελκύσω |
| εσύ | προσελκύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | προσελκύσει |
| εμείς | προσελκύσουμε |
| εσείς | προσελκύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προσελκύσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | προσέλκυε |
| εσείς | προσελκύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | προσέλκυσε |
| εσείς | προσελκύστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | προσελκύσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | προσελκύομαι |
| εσύ | προσελκύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | προσελκύεται |
| εμείς | προσελκυόμαστε |
| εσείς | προσελκύεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προσελκύονται |
Παρατατικός
| εγώ | προσελκυόμουν |
| εσύ | προσελκυόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | προσελκυόταν |
| εμείς | προσελκυόμασταν |
| εσείς | προσελκυόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προσελκύονταν |
Αόριστος
| εγώ | προσελκύστηκα |
| εσύ | προσελκύστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | προσελκύστηκε |
| εμείς | προσελκυστήκαμε |
| εσείς | προσελκυστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προσελκύστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα προσελκυστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | προσελκυστώ |
| εσύ | προσελκυστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | προσελκυστεί |
| εμείς | προσελκυστούμε |
| εσείς | προσελκυστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προσελκυστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | προσελκύεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | προσελκύσου |
| εσείς | προσελκυστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | προσελκυστεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.