HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← προσελκύω — definition

Conjugation of προσελκύω

Regular CEFR B2
proselˈci.o

τραβάω προς το μέρος μου, ελκύω, συγκεντρώνω κάτι συνήθως θετικό Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ προσελκύω
εσύ προσελκύεις
αυτός / αυτή / αυτό προσελκύει
εμείς προσελκύουμε
εσείς προσελκύετε
αυτοί / αυτές / αυτά προσελκύουν
Παρατατικός
εγώ προσέλκυα
εσύ προσέλκυες
αυτός / αυτή / αυτό προσέλκυε
εμείς προσελκύαμε
εσείς προσελκύατε
αυτοί / αυτές / αυτά προσέλκυαν
Αόριστος
εγώ προσέλκυσα
εσύ προσέλκυσες
αυτός / αυτή / αυτό προσέλκυσε
εμείς προσελκύσαμε
εσείς προσελκύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά προσέλκυσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα προσελκύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ προσελκύσω
εσύ προσελκύσεις
αυτός / αυτή / αυτό προσελκύσει
εμείς προσελκύσουμε
εσείς προσελκύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά προσελκύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ προσέλκυε
εσείς προσελκύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ προσέλκυσε
εσείς προσελκύστε
Απαρέμφατο αορίστου
προσελκύσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ προσελκύομαι
εσύ προσελκύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό προσελκύεται
εμείς προσελκυόμαστε
εσείς προσελκύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά προσελκύονται
Παρατατικός
εγώ προσελκυόμουν
εσύ προσελκυόσουν
αυτός / αυτή / αυτό προσελκυόταν
εμείς προσελκυόμασταν
εσείς προσελκυόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά προσελκύονταν
Αόριστος
εγώ προσελκύστηκα
εσύ προσελκύστηκες
αυτός / αυτή / αυτό προσελκύστηκε
εμείς προσελκυστήκαμε
εσείς προσελκυστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά προσελκύστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα προσελκυστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ προσελκυστώ
εσύ προσελκυστείς
αυτός / αυτή / αυτό προσελκυστεί
εμείς προσελκυστούμε
εσείς προσελκυστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά προσελκυστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς προσελκύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ προσελκύσου
εσείς προσελκυστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
προσελκυστεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary