HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← προσεγγίζω — definition

Conjugation of προσεγγίζω

Regular CEFR B2
pɾo.seŋˈɟi.zo

φέρνω κοντά κάποιον ή κάτι με κάποιον άλλο ή κάτι άλλο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ προσεγγίζω
εσύ προσεγγίζεις
αυτός / αυτή / αυτό προσεγγίζει
εμείς προσεγγίζουμε
εσείς προσεγγίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά προσεγγίζουν
Παρατατικός
εγώ προσέγγιζα
εσύ προσέγγιζες
αυτός / αυτή / αυτό προσέγγιζε
εμείς προσεγγίζαμε
εσείς προσεγγίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά προσέγγιζαν
Αόριστος
εγώ προσέγγισα
εσύ προσέγγισες
αυτός / αυτή / αυτό προσέγγισε
εμείς προσεγγίσαμε
εσείς προσεγγίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά προσέγγισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα προσεγγίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ προσεγγίσω
εσύ προσεγγίσεις
αυτός / αυτή / αυτό προσεγγίσει
εμείς προσεγγίσουμε
εσείς προσεγγίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά προσεγγίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ προσέγγιζε
εσείς προσεγγίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ προσέγγισε
εσείς προσεγγίστε
Απαρέμφατο αορίστου
προσεγγίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ προσεγγίζομαι
εσύ προσεγγίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό προσεγγίζεται
εμείς προσεγγιζόμαστε
εσείς προσεγγίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά προσεγγίζονται
Παρατατικός
εγώ προσεγγιζόμουν
εσύ προσεγγιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό προσεγγιζόταν
εμείς προσεγγιζόμασταν
εσείς προσεγγιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά προσεγγίζονταν
Αόριστος
εγώ προσεγγίστηκα
εσύ προσεγγίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό προσεγγίστηκε
εμείς προσεγγιστήκαμε
εσείς προσεγγιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά προσεγγίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα προσεγγιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ προσεγγιστώ
εσύ προσεγγιστείς
αυτός / αυτή / αυτό προσεγγιστεί
εμείς προσεγγιστούμε
εσείς προσεγγιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά προσεγγιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς προσεγγίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ προσεγγίσου
εσείς προσεγγιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
προσεγγιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary