Conjugation of προσεγγίζω
pɾo.seŋˈɟi.zoφέρνω κοντά κάποιον ή κάτι με κάποιον άλλο ή κάτι άλλο Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | προσεγγίζω |
| εσύ | προσεγγίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | προσεγγίζει |
| εμείς | προσεγγίζουμε |
| εσείς | προσεγγίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προσεγγίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | προσέγγιζα |
| εσύ | προσέγγιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | προσέγγιζε |
| εμείς | προσεγγίζαμε |
| εσείς | προσεγγίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προσέγγιζαν |
Αόριστος
| εγώ | προσέγγισα |
| εσύ | προσέγγισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | προσέγγισε |
| εμείς | προσεγγίσαμε |
| εσείς | προσεγγίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προσέγγισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα προσεγγίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | προσεγγίσω |
| εσύ | προσεγγίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | προσεγγίσει |
| εμείς | προσεγγίσουμε |
| εσείς | προσεγγίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προσεγγίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | προσέγγιζε |
| εσείς | προσεγγίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | προσέγγισε |
| εσείς | προσεγγίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | προσεγγίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | προσεγγίζομαι |
| εσύ | προσεγγίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | προσεγγίζεται |
| εμείς | προσεγγιζόμαστε |
| εσείς | προσεγγίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προσεγγίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | προσεγγιζόμουν |
| εσύ | προσεγγιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | προσεγγιζόταν |
| εμείς | προσεγγιζόμασταν |
| εσείς | προσεγγιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προσεγγίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | προσεγγίστηκα |
| εσύ | προσεγγίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | προσεγγίστηκε |
| εμείς | προσεγγιστήκαμε |
| εσείς | προσεγγιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προσεγγίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα προσεγγιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | προσεγγιστώ |
| εσύ | προσεγγιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | προσεγγιστεί |
| εμείς | προσεγγιστούμε |
| εσείς | προσεγγιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προσεγγιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | προσεγγίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | προσεγγίσου |
| εσείς | προσεγγιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | προσεγγιστεί |