HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← προσβλέπω — definition

Conjugation of προσβλέπω

Regular CEFR B2
pɾosˈvle.po

προσδοκώ, ελπίζω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ προσβλέπω
εσύ προσβλέπεις
αυτός / αυτή / αυτό προσβλέπει
εμείς προσβλέπουμε
εσείς προσβλέπετε
αυτοί / αυτές / αυτά προσβλέπουν
Παρατατικός
εγώ προσέβλεπα
εσύ προσέβλεπες
αυτός / αυτή / αυτό προσέβλεπε
εμείς προσβλέπαμε
εσείς προσβλέπατε
αυτοί / αυτές / αυτά προσέβλεπαν
Αόριστος
εγώ προσέβλεψα
εσύ προσέβλεψες
αυτός / αυτή / αυτό προσέβλεψε
εμείς προσβλέψαμε
εσείς προσβλέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά προσέβλεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα προσβλέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ προσβλέψω
εσύ προσβλέψεις
αυτός / αυτή / αυτό προσβλέψει
εμείς προσβλέψουμε
εσείς προσβλέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά προσβλέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ πρόσβλεπε
εσείς προσβλέπετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πρόσβλεψε
εσείς προσβλέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
προσβλέψει

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary