HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← προσαρτώ — definition

Conjugation of προσαρτώ

Regular CEFR B2
pɾo.saɾˈto

υπάγω μια περιοχή (ή κι ένα κράτος) στην κυριαρχία ενός (άλλου) κράτους με αμοιβαία βούληση ή επιδίωξη Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ προσαρτώ
εσύ προσαρτάς
αυτός / αυτή / αυτό προσαρτά
εμείς προσαρτούμε
εσείς προσαρτάτε
αυτοί / αυτές / αυτά προσαρτούν
Παρατατικός
εγώ προσαρτούσα
εσύ προσαρτούσες
αυτός / αυτή / αυτό προσαρτούσε
εμείς προσαρτούσαμε
εσείς προσαρτούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά προσαρτούσαν
Αόριστος
εγώ προσάρτησα
εσύ προσάρτησες
αυτός / αυτή / αυτό προσάρτησε
εμείς προσαρτήσαμε
εσείς προσαρτήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά προσάρτησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα προσαρτήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ προσαρτήσω
εσύ προσαρτήσεις
αυτός / αυτή / αυτό προσαρτήσει
εμείς προσαρτήσουμε
εσείς προσαρτήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά προσαρτήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς προσαρτάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ προσάρτησε
εσείς προσαρτήστε
Απαρέμφατο αορίστου
προσαρτήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ προσαρτώμαι
εσύ προσαρτάσαι
αυτός / αυτή / αυτό προσαρτάται
εμείς προσαρτόμαστε
εσείς προσαρτάστε
αυτοί / αυτές / αυτά προσαρτώνται
Αόριστος
εγώ προσαρτήθηκα
εσύ προσαρτήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό προσαρτήθηκε
εμείς προσαρτηθήκαμε
εσείς προσαρτηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά προσαρτήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα προσαρτηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ προσαρτηθώ
εσύ προσαρτηθείς
αυτός / αυτή / αυτό προσαρτηθεί
εμείς προσαρτηθούμε
εσείς προσαρτηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά προσαρτηθούν
Προστακτική στιγμιαία
εσύ προσαρτήσου
εσείς προσαρτηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
προσαρτηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary