Conjugation of προσαρτώ
pɾo.saɾˈtoυπάγω μια περιοχή (ή κι ένα κράτος) στην κυριαρχία ενός (άλλου) κράτους με αμοιβαία βούληση ή επιδίωξη Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | προσαρτώ |
| εσύ | προσαρτάς |
| αυτός / αυτή / αυτό | προσαρτά |
| εμείς | προσαρτούμε |
| εσείς | προσαρτάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προσαρτούν |
Παρατατικός
| εγώ | προσαρτούσα |
| εσύ | προσαρτούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | προσαρτούσε |
| εμείς | προσαρτούσαμε |
| εσείς | προσαρτούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προσαρτούσαν |
Αόριστος
| εγώ | προσάρτησα |
| εσύ | προσάρτησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | προσάρτησε |
| εμείς | προσαρτήσαμε |
| εσείς | προσαρτήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προσάρτησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα προσαρτήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | προσαρτήσω |
| εσύ | προσαρτήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | προσαρτήσει |
| εμείς | προσαρτήσουμε |
| εσείς | προσαρτήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προσαρτήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | προσαρτάτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | προσάρτησε |
| εσείς | προσαρτήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | προσαρτήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | προσαρτώμαι |
| εσύ | προσαρτάσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | προσαρτάται |
| εμείς | προσαρτόμαστε |
| εσείς | προσαρτάστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προσαρτώνται |
Αόριστος
| εγώ | προσαρτήθηκα |
| εσύ | προσαρτήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | προσαρτήθηκε |
| εμείς | προσαρτηθήκαμε |
| εσείς | προσαρτηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προσαρτήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα προσαρτηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | προσαρτηθώ |
| εσύ | προσαρτηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | προσαρτηθεί |
| εμείς | προσαρτηθούμε |
| εσείς | προσαρτηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προσαρτηθούν |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | προσαρτήσου |
| εσείς | προσαρτηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | προσαρτηθεί |