Conjugation of προσέχω
pɾoˈse.xoπαρακολουθώ ή σκέπτομαι κάτι ή κάποιον δείχνοντας ενδιαφέρον Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | προσέχω |
| εσύ | προσέχεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | προσέχει |
| εμείς | προσέχουμε |
| εσείς | προσέχετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προσέχουν |
Παρατατικός
| εγώ | πρόσεχα |
| εσύ | πρόσεχες |
| αυτός / αυτή / αυτό | πρόσεχε |
| εμείς | προσέχαμε |
| εσείς | προσέχατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πρόσεχαν |
Αόριστος
| εγώ | πρόσεξα |
| εσύ | πρόσεξες |
| αυτός / αυτή / αυτό | πρόσεξε |
| εμείς | προσέξαμε |
| εσείς | προσέξατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πρόσεξαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα προσέξω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | προσέξω |
| εσύ | προσέξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | προσέξει |
| εμείς | προσέξουμε |
| εσείς | προσέξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προσέξουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | πρόσεχε |
| εσείς | προσέχετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | πρόσεξε |
| εσείς | προσέξτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | προσέξει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | προσέχομαι |
| εσύ | προσέχεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | προσέχεται |
| εμείς | προσεχόμαστε |
| εσείς | προσέχεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προσέχονται |
Παρατατικός
| εγώ | προσεχόμουν |
| εσύ | προσεχόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | προσεχόταν |
| εμείς | προσεχόμασταν |
| εσείς | προσεχόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προσέχονταν |
Αόριστος
| εγώ | προσέχτηκα |
| εσύ | προσέχτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | προσέχτηκε |
| εμείς | προσεχτήκαμε |
| εσείς | προσεχτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προσέχτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα προσεχτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | προσεχτώ |
| εσύ | προσεχτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | προσεχτεί |
| εμείς | προσεχτούμε |
| εσείς | προσεχτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προσεχτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | προσέχεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | προσέξου |
| εσείς | προσεχτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | προσεχτεί |