HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← προσέχω — definition

Conjugation of προσέχω

Regular CEFR B1
pɾoˈse.xo

παρακολουθώ ή σκέπτομαι κάτι ή κάποιον δείχνοντας ενδιαφέρον Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ προσέχω
εσύ προσέχεις
αυτός / αυτή / αυτό προσέχει
εμείς προσέχουμε
εσείς προσέχετε
αυτοί / αυτές / αυτά προσέχουν
Παρατατικός
εγώ πρόσεχα
εσύ πρόσεχες
αυτός / αυτή / αυτό πρόσεχε
εμείς προσέχαμε
εσείς προσέχατε
αυτοί / αυτές / αυτά πρόσεχαν
Αόριστος
εγώ πρόσεξα
εσύ πρόσεξες
αυτός / αυτή / αυτό πρόσεξε
εμείς προσέξαμε
εσείς προσέξατε
αυτοί / αυτές / αυτά πρόσεξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα προσέξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ προσέξω
εσύ προσέξεις
αυτός / αυτή / αυτό προσέξει
εμείς προσέξουμε
εσείς προσέξετε
αυτοί / αυτές / αυτά προσέξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ πρόσεχε
εσείς προσέχετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πρόσεξε
εσείς προσέξτε
Απαρέμφατο αορίστου
προσέξει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ προσέχομαι
εσύ προσέχεσαι
αυτός / αυτή / αυτό προσέχεται
εμείς προσεχόμαστε
εσείς προσέχεστε
αυτοί / αυτές / αυτά προσέχονται
Παρατατικός
εγώ προσεχόμουν
εσύ προσεχόσουν
αυτός / αυτή / αυτό προσεχόταν
εμείς προσεχόμασταν
εσείς προσεχόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά προσέχονταν
Αόριστος
εγώ προσέχτηκα
εσύ προσέχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό προσέχτηκε
εμείς προσεχτήκαμε
εσείς προσεχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά προσέχτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα προσεχτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ προσεχτώ
εσύ προσεχτείς
αυτός / αυτή / αυτό προσεχτεί
εμείς προσεχτούμε
εσείς προσεχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά προσεχτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς προσέχεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ προσέξου
εσείς προσεχτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
προσεχτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary