HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← προοδεύω — definition

Conjugation of προοδεύω

Regular CEFR B2
pɾo.oˈðe.vo

έχω καλή εξέλιξη, αναπτύσσομαι Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ προοδεύω
εσύ προοδεύεις
αυτός / αυτή / αυτό προοδεύει
εμείς προοδεύουμε
εσείς προοδεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά προοδεύουν
Παρατατικός
εγώ προόδευα
εσύ προόδευες
αυτός / αυτή / αυτό προόδευε
εμείς προοδεύαμε
εσείς προοδεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά προόδευαν
Αόριστος
εγώ προόδευσα
εσύ προόδευσες
αυτός / αυτή / αυτό προόδευσε
εμείς προοδεύσαμε
εσείς προοδεύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά προόδευσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα προοδεύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ προοδεύσω
εσύ προοδεύσεις
αυτός / αυτή / αυτό προοδεύσει
εμείς προοδεύσουμε
εσείς προοδεύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά προοδεύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ προόδευε
εσείς προοδεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ προόδευσε
εσείς προοδεύστε
Απαρέμφατο αορίστου
προοδεύσει

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary