HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← προξενώ — definition

Conjugation of προξενώ

Regular CEFR B1
pɾo.kseˈno

κάνω κάτι να συμβεί, συνήθως αρνητικό Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ προξενώ
εσύ προξενείς
αυτός / αυτή / αυτό προξενεί
εμείς προξενούμε
εσείς προξενείτε
αυτοί / αυτές / αυτά προξενούν
Παρατατικός
εγώ προξενούσα
εσύ προξενούσες
αυτός / αυτή / αυτό προξενούσε
εμείς προξενούσαμε
εσείς προξενούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά προξενούσαν
Αόριστος
εγώ προξένησα
εσύ προξένησες
αυτός / αυτή / αυτό προξένησε
εμείς προξενήσαμε
εσείς προξενήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά προξένησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα προξενήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ προξενήσω
εσύ προξενήσεις
αυτός / αυτή / αυτό προξενήσει
εμείς προξενήσουμε
εσείς προξενήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά προξενήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς προξενείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ προξένησε
εσείς προξενήστε
Απαρέμφατο αορίστου
προξενήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ προξενούμαι
εσύ προξενείσαι
αυτός / αυτή / αυτό προξενείται
εμείς προξενούμαστε
εσείς προξενείστε
αυτοί / αυτές / αυτά προξενούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό προξενούνταν
εμείς προξενούμασταν
εσείς [προξενούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά προξενούνταν
Αόριστος
εγώ προξενήθηκα
εσύ προξενήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό προξενήθηκε
εμείς προξενηθήκαμε
εσείς προξενηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά προξενήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα προξενηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ προξενηθώ
εσύ προξενηθείς
αυτός / αυτή / αυτό προξενηθεί
εμείς προξενηθούμε
εσείς προξενηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά προξενηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς προξενείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ προξενήσου
εσείς προξενηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
προξενηθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary