Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | προκόβω |
| εσύ | προκόβεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | προκόβει |
| εμείς | προκόβουμε |
| εσείς | προκόβετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προκόβουν |
Παρατατικός
| εγώ | πρόκοβα |
| εσύ | πρόκοβες |
| αυτός / αυτή / αυτό | πρόκοβε |
| εμείς | προκόβαμε |
| εσείς | προκόβατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πρόκοβαν |
Αόριστος
| εγώ | πρόκοψα |
| εσύ | πρόκοψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | πρόκοψε |
| εμείς | προκόψαμε |
| εσείς | προκόψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πρόκοψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα προκόψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | προκόψω |
| εσύ | προκόψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | προκόψει |
| εμείς | προκόψουμε |
| εσείς | προκόψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προκόψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | πρόκοβε |
| εσείς | προκόβετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | πρόκοψε |
| εσείς | προκόψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | προκόψει |