HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← προκόβω — definition

Conjugation of προκόβω

Regular CEFR B1
pɾoˈko.vo

ευδοκιμώ, προοδεύω, αναπτύσσομαι Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ προκόβω
εσύ προκόβεις
αυτός / αυτή / αυτό προκόβει
εμείς προκόβουμε
εσείς προκόβετε
αυτοί / αυτές / αυτά προκόβουν
Παρατατικός
εγώ πρόκοβα
εσύ πρόκοβες
αυτός / αυτή / αυτό πρόκοβε
εμείς προκόβαμε
εσείς προκόβατε
αυτοί / αυτές / αυτά πρόκοβαν
Αόριστος
εγώ πρόκοψα
εσύ πρόκοψες
αυτός / αυτή / αυτό πρόκοψε
εμείς προκόψαμε
εσείς προκόψατε
αυτοί / αυτές / αυτά πρόκοψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα προκόψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ προκόψω
εσύ προκόψεις
αυτός / αυτή / αυτό προκόψει
εμείς προκόψουμε
εσείς προκόψετε
αυτοί / αυτές / αυτά προκόψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ πρόκοβε
εσείς προκόβετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πρόκοψε
εσείς προκόψτε
Απαρέμφατο αορίστου
προκόψει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary