Conjugation of προβλέπω
pɾoˈvle.poέχοντας πάρει υπόψη μου ότι κάτι ενδέχεται να συμβεί προσδιορίζω ή ρυθμίζω με οδηγίες ή νόμο το τι πρέπει να γίνει σε αυτήν την περίπτωση Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | προβλέπω |
| εσύ | προβλέπεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | προβλέπει |
| εμείς | προβλέπουμε |
| εσείς | προβλέπετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προβλέπουν |
Παρατατικός
| εγώ | προέβλεπα |
| εσύ | προέβλεπες |
| αυτός / αυτή / αυτό | προέβλεπε |
| εμείς | προβλέπαμε |
| εσείς | προβλέπατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προέβλεπαν |
Αόριστος
| εγώ | προέβλεψα |
| εσύ | προέβλεψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | προέβλεψε |
| εμείς | προβλέψαμε |
| εσείς | προβλέψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προέβλεψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα προβλέψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | προβλέψω |
| εσύ | προβλέψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | προβλέψει |
| εμείς | προβλέψουμε |
| εσείς | προβλέψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προβλέψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | πρόβλεπε |
| εσείς | προβλέπετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | πρόβλεψε |
| εσείς | προβλέψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | προβλέψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | προβλέπομαι |
| εσύ | προβλέπεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | προβλέπεται |
| εμείς | προβλεπόμαστε |
| εσείς | προβλέπεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προβλέπονται |
Παρατατικός
| εγώ | προβλεπόμουν |
| εσύ | προβλεπόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | προβλεπόταν |
| εμείς | προβλεπόμασταν |
| εσείς | προβλεπόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προβλέπονταν |
Αόριστος
| εγώ | προβλέφθηκα |
| εσύ | προβλέφθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | προβλέφθηκε |
| εμείς | προβλεφθήκαμε |
| εσείς | προβλεφθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προβλέφθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα προβλεφθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | προβλεφθώ |
| εσύ | προβλεφθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | προβλεφθεί |
| εμείς | προβλεφθούμε |
| εσείς | προβλεφθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προβλεφθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | προβλέπεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | προβλέψου |
| εσείς | προβλεφθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | προβλεφθεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.